Η σεζόν της Κωνσταντίνας Τσουκαλά-Σταθάκη από τις εκδόσεις Αντίποδες.
Η διαμονή των εποχικών εργαζομένων είναι άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα;
Και πάλι θεωρώ πως ήμουν τυχερή σε σχέση με όσα έχω κατά καιρούς ακούσει για συναδέλφους -για παράδειγμα στη Μύκονο- που έχουν αναγκαστεί να μείνουν σε κοντέινερ.
Το ζήτημα της ιδιωτικότητας υπάρχει. Εγώ έμενα εντός των χώρων του ξενοδοχείου σε δωμάτιο που μοιραζόμουν με ένα ή δύο ακόμα άτομα. Ένας χώρος ενιαίος, πολύ μικρός, με δύο μονά κρεβάτια και ίσως ένα μπάνιο αν ήταν στα καλά δωμάτια προσωπικού.
Ίσως ένα μπάνιο;
Μπορεί να ήταν κοινόχρηστο μπάνιο μεταξύ δύο δωματίων. Όσα καταγγέλλονται μέσα στα χρόνια είναι αληθινά και αυτό είναι τόσο στενάχωρο για μια χώρα που πραγματικά ζει από τον τουρισμό.
Πέρσι είχαμε κατά τη διάρκεια της σεζόν περίπου 20-25 θανάτους από θερμοπληξία. Όλος ο κόσμος θέλει να πάει ένα ταξίδι για να κάνει τις διακοπές του και είναι κρίμα αυτός άνθρωπος που θα τον υποδεχτεί, ο άνθρωπος που θα τον εξυπηρετήσει να βιώνει στην καθημερινότητά του μια κατάσταση που είναι το λιγότερο τραγική.
«Η σεζόν» από τις Εκδόσεις Αντίποδες, πώς προέκυψε; Είχες τόσο υλικό που δεν γινόταν να πάει χαμένο;
Η πρόταση ήρθε από τους Αντίποδες γιατί ήξεραν ότι εργάζομαι πολλά χρόνια στον κλάδο. Είχαν μια εκπληκτική ιδέα γιατί θεωρώ ότι ασχολούνται πάρα πολύ λίγοι άνθρωποι στην Ελλάδα με το πώς εν τέλει βγαίνει η σεζόν.
Ακούμε για αύξηση αφίξεων, ακούμε για εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας και δεν ακούμε ποιος είναι αυτός που βρίσκεται πίσω από τις υπηρεσίες που προσφέρονται.
Το βιβλίο αυτό είναι κομμάτι μιας συλλογής των εκδόσεων που στόχο έχει να ρίξει φως σε αθέατες πλευρές της κοινωνίας μας. Τη συλλογή συμπληρώνουν «Το ρεπορτάζ» της Ελίζας Τριανταφύλλου, «Η φυλακή» του Τάσου Θεοφίλου, «Το άσυλο» της Ειρήνης Βλάχου.
Στην περίπτωση της σεζόν μπορεί να έχουμε στη διάθεσή μας κάποια στατιστικά στοιχεία όμως πίσω από αυτά υπάρχουν άνθρωποι, ο καθένας με την ιστορία του.
Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι για να βγει η σεζόν υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος κόπος, πίεση και άγχος. Θέλω και ελπίζω ότι το βιβλίο ρίχνει φως αρκετό σε διάφορες πτυχές αυτής της καθημερινότητας αλλά και φως στο τι μπορεί να προκαλέσει ο υπερτουρισμός στους προορισμούς.
Άρα θα διαβάσουμε πραγματικές ιστορίες.
Κατά κύριο λόγο κομμάτια της δικής μου ιστορίας και δικές μου σκέψεις για το πώς έχουν λειτουργήσει τα πράγματα συνολικά. Για την εξέλιξη του τουρισμού, για το πώς έχει διαμορφωθεί ο τουρίστας από πιο παλιά μέχρι τώρα, για το πώς έχουν αλλάξει κάποιοι προορισμοί για να δέχονται τον νέου τύπου τουρίστα.
Σκοπός μας είναι να δούμε και να συζητήσουμε επί της ουσίας το φαινόμενο Το δικό μου βίωμα αντανακλά με έναν τρόπο και το σε ποια κατεύθυνση αυτή τη στιγμή είναι ο τουρισμός στη χώρα.
Αγγίζεις και το πώς ο υπερτουρισμός αλλοιώνει τις τοπικές κοινωνίες και τις γειτονιές της Αθήνας;
Βλέπουμε ότι σε κάποια νησιά όπως η Μύκονος, Σαντορίνη, η Μήλος, πλέον οι ίδιοι οι κάτοικοι αγανακτούν και δεν έχουν πού να μείνουν, ενώ ο τουρίστας θεωρητικά έρχεται να ζήσει την αυθεντική ελληνική εμπειρία.
Εγώ δεν καταλαβαίνω πού υπάρχει πια αυτή η αυθεντική ελληνική εμπειρία. Αν δεν υπάρχει ένας κοινωνικός ιστός να τον υποδεχτεί, ο τουρίστας ουσιαστικά ζει την εμπορική ελληνική εμπειρία και όχι την αυθεντική. Αυτή που μπορεί να γίνει δηλαδή εμπόρευμα και όχι αυτή που μπορεί να βιωθεί ως καθημερινή σχέση.
Γιατί για να υπάρχει μια καθημερινή σχέση σημαίνει ότι υπάρχει και κάποιος κοινωνικός ιστός να την προσφέρει και δυστυχώς αυτός ο ιστός έχει διαρραγεί πλήρως.
Αντίστοιχα, υπάρχουν γειτονιές στην Αθήνα στις οποίες πια μένουν μόνο τουρίστες. Υπάρχει με έναν τρόπο μία διαμόρφωση του προορισμού με βάση τις ανάγκες του τουρίστα και όχι μία διαμόρφωση της γειτονιάς με βάση τις ανάγκες των κατοίκων της, έτσι ώστε ο τουρίστας να βιώσει αυτό που η γειτονιά έχει να του προσφέρει.
Σε ποια σελίδα του βιβλίου θα βρει ο αναγνώστης τη μεγαλύτερη αλήθεια για τους εποχικούς εργαζόμενους;
Η μεγαλύτερη αλήθεια βρίσκεται κάπου στις σελίδες 69-70. Σε αυτές ο αναγνώστης θα διαβάσει ποια είναι η πιο καθαρή εικόνα της καθημερινότητας ενός εργαζόμενου στο ξενοδοχείο.
Ποιες είναι οι βάρδιες, πού θα φάει μεσημεριανό, ποια είναι η σχέση του με τους συναδέλφους του, πώς αυτή ουσιαστικά παγιώνεται και δημιουργείται εν τέλει μια σχέση αλληλεγγύης.
Αν τώρα ετοίμαζα τη βαλίτσα μου και έφευγα για σεζόν, τι θα μου έλεγες;
Υπομονή, μεγάλα αποθέματα κουράγιου και σίγουρα να διασφαλίσεις ότι θα γυρίσεις ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που έφυγες. Υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες. Η σεζόν μπορεί να γίνει πολύ πιεστική, πολύ μοναχική.



