Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Τι θαυμάζετε σε όσους έχουν κάνει αυτή την ανθρώπινη διάσταση επάγγελμα; Η ηρωίδα σας στην «Οντισιόν» είναι μια ηθοποιός…
«Σε πολλούς ηθοποιούς, αυτό που θαυμάζω είναι η ερμηνευτική τους ευφυΐα. Υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο οι ηθοποιοί κατανοούν την ιστορία, τον χαρακτήρα και την αφήγηση που μπορεί να ξεπερνά πολλούς, πολλούς συγγραφείς. Όταν μιλάς με έναν ηθοποιό για έναν χαρακτήρα, η κατανόησή του για το τι είναι αληθοφανές, τι είναι ψυχολογικά συνεπές, ποια θα ήταν μια ενδιαφέρουσα ψυχολογική στροφή για τον χαρακτήρα είναι εξαιρετικά εκλεπτυσμένη. Υπάρχει λόγος που τόσοι ηθοποιοί είναι επίσης συγγραφείς, ή ενδιαφέρονται για τη γραφή — αυτό που κάνουν δεν είναι και τόσο διαφορετικό. Όταν έγραφα για την υποκριτική, με πολλούς τρόπους έγραφα και για τη γραφή. Κάθε φορά που η ηρωίδα λέει κάτι για το τι σκέφτεται για την υποκριτική, μου έδινε την ευκαιρία να σκεφτώ τι σημαίνει για μένα η γραφή.
Όσον αφορά την ίδια τη ζωντανή καλλιτεχνική ερμηνεία, υπάρχει κι ένα μαγικό χάρισμα που είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψεις. Υπάρχουν δύο χορευτές στο New York City Ballet, η Μίρα Νάντον και ο Τέιλορ Στάνλεϊ, και είναι αδύνατο να καταλάβεις γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις να τους κοιτάζεις. Είναι αδύνατο να καταλάβεις γιατί δεν μπορείς να κοιτάξεις κανέναν άλλον όταν είναι στη σκηνή. Φυσικά είναι εξαιρετικά προικισμένοι τεχνικά, αλλά πρόκειται για κάτι περισσότερο, για ένα ανεξήγητο εκτόπισμα. Σε τέτοιες στιγμές σκέφτεσαι: η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρόκειται να αντικαταστήσει ορισμένες μορφές τέχνης. Με ενδιαφέρουν πάντα αυτές οι στιγμές όπου έχεις μια τέχνη που είναι στην πραγματικότητα πολύ οριοθετημένη και απαιτεί τεράστια πειθαρχία και από αυτό προκύπτει κάτι που σε αιφνιδιάζει».
Τι μπορείτε να μας πείτε για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου;
«Οχι πολλά πράγματα. Σκηνοθετεί η Λούλου Γουάνγκ, μια υπέροχη, ευφυής σκηνοθέτρια – έχει κάνει την ταινία “The Farewell”. Θαυμάζω πολύ τη δουλειά της, έχει μια απίστευτα καθαρή ματιά. Είχε αναλάβει το εγχείρημα πολύ πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, οπότε από την αρχή είχε πολύ συγκεκριμένη αίσθηση για το τι ήθελε να κάνει, ποιους ήθελε στην ταινία, ποιον για το σενάριο, τα πάντα. Είναι από τους ανθρώπους που εκτελούν τέλεια ό,τι λένε ότι θα κάνουν. Το φιλμ έχει ένα εξαιρετικό καστ αποτελούμενο από πολύ ενδιαφέροντες ηθοποιούς (σ.σ. θα πρωταγωνιστήσουν η Λούσι Λιου και ο ραγδαία ανερχόμενος Τσαρλς Μέλτον), και το σενάριο γράφεται από τη σκηνοθέτρια και μια υπέροχη αμερικανίδα θεατρική συγγραφέα, τη Μαρτίνα Μάγιοκ».
Δεν γίνεται να μη σας ρωτήσω για το μυθιστόρημα «Ενας χωρισμός», που θα επανακυκλοφορήσει στα ελληνικά τον Σεπτέμβριο. Το μεγαλύτερο μέρος του εκτυλίσσεται στην Ελλάδα – στη Μάνη συγκεκριμένα – και τοποθετείται σε μια δύσκολη εποχή για τους Ελληνες, την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Τι σας έκανε να επιλέξετε αυτό το φόντο; Και οι μοιρολογίστρες που αναφέρονται στο βιβλίο;
«Ο σύζυγος, ο χαρακτήρας του μυθιστορήματος που πηγαίνει στη Μάνη για την έρευνα του βιβλίου του, βρίσκεται εκεί για να μελετήσει τις μοιρολογίστρες της περιοχής και τα τελετουργικά του πένθους. Δούλευα τότε σε ένα ντοκιμαντέρ – μια σειρά για την ψυχανάλυση στον κινηματογράφο, που παρουσίαζε ο Σλάβοϊ Ζίζεκ και σκηνοθετούσε μια καλή μου φίλη, η Σόφι Φάινς. Δεν νομίζω ότι οι μοιρολογίστρες κατέληξαν τελικά στο ντοκιμαντέρ, αλλά αυτό ήταν που με έφερε αρχικά στη Μάνη. Κάναμε γυρίσματα εκεί για περίπου δύο εβδομάδες και είχα τόσο έντονη αίσθηση μιας ιστορίας που ήθελα να γράψω – εμπνευσμένη από το τοπίο, που είναι τόσο υποβλητικό, όπως ξέρετε. Από εκεί προέκυψε το βιβλίο. Δεν έχω πάει ποτέ σε τουριστικό νησί, οπότε αυτή την εκδοχή της Ελλάδας δεν την ξέρω καθόλου».
Θα πάρετε μια γεύση αυτή τη φορά πηγαίνοντας στα Χανιά.
«Ναι. Όμως εκείνο το κομμάτι της Μάνης ήταν εντελώς μαγευτικό για μένα. Με πολλούς τρόπους, εκείνο το βιβλίο οδήγησε κατά κάποιον τρόπο στο μυθιστόρημα που έγραψα μετά, τις “Οικειότητες,” που εκτυλίσσεται στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και ενδιαφέρεται για την αποτυχία ορισμένων από αυτά τα μεταπολεμικά ιδεαλιστικά εγχειρήματα. Οι “Οικειότητες” εκτυλίσσονται λίγο πριν από την ψηφοφορία για το Brexit, και αποδίδουν την αίσθηση ότι το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται ραγδαία υπό εξαιρετική πίεση. Παρατηρούν έναν θεσμό που είναι αξιοθαύμαστος από πολλές απόψεις, αλλά έχει επίσης πολλές αδυναμίες. Με ενδιέφερε λοιπόν το πώς αυτά τα μεγάλης κλίμακας ιστορικά γεγονότα διηθούνται στο φόντο μιας μικρής ιστορίας.
Το άλλο πράγμα ήταν ότι οι πυρκαγιές εκείνο το καλοκαίρι στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα άσχημες. Την εποχή που έγραψα το βιβλίο, η αίσθηση των πυρκαγιών και της κλιματικής κρίσης δεν ήταν τόσο οξυμένη στην αμερικανική φαντασία όσο είναι τώρα. Σήμερα, στην αμερικανική φαντασία, η ιδέα ότι αυτά τα όμορφα τοπία που τα συνδέουμε με την αναψυχή, την ομορφιά, τη φαντασίωση και τα όνειρα — το τοπίο της Καλιφόρνια, για παράδειγμα — καίγονται, είναι κάτι που όλοι σκέφτονται διαρκώς. Όμως τότε, υπήρχε κάτι ανησυχητικό στο να οδηγείς μέσα από χωράφια που είχαν καεί ολοσχερώς. Το να βλέπω καμένη γη με συγκλόνισε. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία συσχέτιση ανάμεσα στις πυρκαγιές και σε μια οικονομική κρίση, αλλά υπήρχε κάτι σε αυτή την αίσθηση της επικείμενης καταστροφής που με άγγιξε».
Ήθελα να σας ρωτήσω για τη φιλία σας με τον διάσημο νορβηγό συγγραφέα Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Βρίσκεται στις ευχαριστίες του «Ένας χωρισμός», και νομίζω ότι υπάρχει και ένα blurb του στις «Οικειότητες». Πώς γνωριστήκατε; Είναι κάποιος που διαβάζει τα βιβλία σας πριν εκδοθούν;
«Ο Καρλ Ούβε έχει εκδώσει βιβλία μου. Έχει έναν εκδοτικό οίκο στη Νορβηγία, και έτσι γνωριστήκαμε. Αγόρασε τα δικαιώματα του δεύτερου μυθιστορήματός μου, και τότε μου έστειλαν ένα αντίτυπο του πρώτου τόμου του “Ο Αγώνας Μου”, που μόλις είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Κανείς δεν το διάβαζε ακόμη, δεν είχε εξελιχθεί σε λογοτεχνικό φαινόμενο. Ήμουν διακοπές με κάτι φίλους, σε ένα σπίτι με συγγραφείς, και όλοι ρωτούσαν συνέχεια: “Τι διαβάζεις;”. Έλεγα: “Κάτι που δεν μπορώ να αφήσω από τα χέρια μου. Δεν έχω καταλάβει ακόμη τι το κάνει τόσο εξαιρετικό, αλλά αυτό είναι ένα από τα καλύτερα γραψίματα που έχω διαβάσει ποτέ”. Γράφουμε πολύ διαφορετικά, αλλά με έχει επηρεάσει πραγματικά με πολλούς τρόπους, γιατί είναι ατρόμητος. Ένα από τα πράγματα που δεν φοβάται είναι το να γράψει μια κακή πρόταση. Άλλαξε την κατανόησή μου για το τι είναι καλή γραφή. Προτού έρθω σε επαφή μαζί του και με το έργο του, ακόμα πίστευα ότι η γραφή είναι όμορφες προτάσεις. Ακούγεται εντελώς παιδαριώδες να το λέω, αλλά το πίστευα. Με ελευθέρωσε από τον φόβο να γράψω μια κακή πρόταση ή μια κακή παράγραφο ή ακόμα και ένα κακό βιβλίο. Η φιλοδοξία ενός συγγραφέα πρέπει να είναι πολύ βαθύτερη από αυτό. Αυτό είναι κάτι που πραγματικά μου το δίδαξε».



