Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Κάποτε η φωνή ενός ελπιδοφόρου rock group, νυν μεροκαματιάρης τραγουδιστής συγκροτήματος που παίζει σε γάμους, γνωρίζεται… εν ώρα ργασίας με τον διάσημο μπροστάρη δημοφιλούς boy band, ο οποίος ετοιμάζεται για το solo comeback του. Όταν o δεύτερος οικειοποιείται ιδέα του πρώτου, μετατρέποντάς την σε παγκόσμιο hit, ο ασκός του Αιόλου της επιζητούμενης αναγνώρισης θ’ ανοίξει για τα καλά.

Αν υπάρχει ένα κεντρικό θέμα που καθορίζει τη φιλμογραφία του Ιρλανδού σκηνοθέτη Τζον Κάρνεϊ, αυτό είναι αναμφίβολα η θεραπευτική δύναμη της μουσικής και οι σχέσεις που δημιουργούνται (ή σώζονται) χάρη σε αυτή της την ιδιότητα. Το έχει κάνει μια φόρα, με έναν μουσικό του δρόμου και μια Τσέχα μετανάστρια στο «Once» (2007). Μια δεύτερη, με μια προδομένη τραγουδοποιό κι έναν ξεπεσμένο μουσικό παραγωγό στο «Παρ’ το από την Αρχή» (2013). Μια τρίτη, με τσούρμο περιθωριοποιημένων εφήβων που σχηματίζουν συγκρότημα για να εντυπωσιάσουν ένα κορίτσι, στο «Sing Street» (2016). Μια τέταρτη, με μητέρα που προσπαθεί να προσεγγίσει τον ατίθασο γιο της, χαρίζοντάς του μια μεταχειρισμένη κιθάρα, για να καταλήξει να την γρατζουνάει η ίδια στο (απρόβλητο στη χώρα μας) «Flora and Son» (2023). Και μια Πέμπτη, με τούτη την «Μπαλάντα των Ονείρων», όπου δύο δυσαρεστημένοι από την πορεία της καριέρας τους τραγουδιστές (για διαφορετικούς λόγους ο καθένας), τίθενται αντιμέτωποι με μια παρόμοιας λογικής φόρμουλα (αν και στην προκειμένη, η μουσική συνθήκη που διαμορφώνεται δεν δείχνει εξαρχής να είναι και τόσο θεραπευτική για αμφότερους!).

Η πέτρα του σκανδάλου λέγεται «How to Write a Song (Without You)», ένα τραγούδι που ο παντελώς ξεπεσμένος (πια) Ρικ είχε γράψει αρκετά χρόνια πριν, αντλώντας έμπνευση από άκρως προσωπικά ερεθίσματα της τότε ζωής του. Το μεθυσμένο, ιδιωτικό τζαμάρισμα με τον Ντάνι Γούιλσον, τον ελαφρώς ξεχασμένο pop αστέρα που βρίσκεται σε διαδικασία επανεφεύρεσης του εαυτού του έπειτα από την αποχώρησή του από το boy band που τον ανέδειξε, φέρνει άξαφνα τη μελωδία και τους στίχους στο μυαλό του Ρικ. Ο Ντάνι «δανείζεται» ένα μέρος τους και, προσθέτοντάς τους στη δική του σύνθεση, καταφέρνει (λίγους μήνες μετά) να εκτοξεύσει εκ νέου την καριέρα του με τη μία!

Ο τίτλος του τραγουδιού αποκτά έτσι άθελά του μια διττή, ειρωνική έννοια. Εάν ο Ρικ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως άνθρωπος και καλλιτέχνης δίχως την πολυαγαπημένη του σύζυγο και κόρη, ο Ντάνι δεν έχει την ικανότητα να γράψει ένα pop hit δίχως τη βοήθεια κάποιου άλλου! Παλαιότερα «καθάριζαν» για πάρτη του οι παραγωγοί της δισκογραφικής εταιρείας του, οι οποίοι είχαν μετατρέψει το συγκρότημά του σε μηχανή παραγωγής επιτυχιών. Τώρα (ξανα)πιάνει την καλή χάρη σ’ έναν Αμερικανό εμιγκρέ, που ο μεν έρωτας τον έστειλε στην Ιρλανδία, η δε οικονομική ανάγκη τον ανέβασε στις πίστες των γάμων ως μέλος των… The Bride and The Groove.

Η κεντρική σεναριακή ιδέα θυμίζει πάρα πολύ την περίπτωση ενός κάποιου Ρέι Χέφερμαν, ο οποίος αφού συνάντησε σε pub του Δουβλίνου τον άρτι αποχωρήσαντα  από τους Take That Ρόμπι Γουίλιαμς, του έπαιξε ένα τραγούδι που είχε γράψει και που είχε τον τίτλο… «An Angel Instead». Το «Angels» αποδείχτηκε πως έσωσε τη solo καριέρα του Γουίλιαμς, με τον Χέφερμαν ακόμα να διεκδικεί (μέσω νομικής οδού) την αναγραφή του ονόματός του στα credits του κομματιού! Οι ομοιότητες σεναρίου και πραγματικότητας είναι αναντίρρητα εμφανείς, εν τούτοις, η «Μπαλάντα των Ονείρων» δεν ενδιαφέρεται στιγμή για μάχες σε δικηγορικά γραφεία και άλλα παρόμοια τέτοια. Ο Κάρνεϊ ποντάρει σε απολύτως feelgood καταστάσεις, που όσο διαδραματίζονται στο Δουβλίνο έχουν την πλάκα τους (χάρη και στην εντοπιότητα), ενώ άπαξ και μεταφέρονται στο Λος Άντζελες γίνονται κάπως γραφικές (με τον κολλητό φίλο του Ρικ και κιθαρίστα του συγκροτήματός του να πασχίζει να γίνει αστείος).

Η crowd-pleasing προσήλωση που διατρέχει από αρχή μέχρι τέλους το φιλμ αφαιρεί σημαντικά τη δυνατότητα καίριου σχολίου σε θέματα αυθεντικής δημιουργίας (δεκάδες ανάλογες περιπτώσεις έχουν απασχολήσει τη μουσική βιομηχανία), παραβλέποντας τον σαρκασμό που κρύβεται στον τίτλο του hit single του Ντάνι, λες και ουδείς εκ των δύο σεναριογράφων τον πήρε χαμπάρι! Η υποψία παραδοχής της «κλοπής» εκ μέρους του pop star… περνά και χάνεται υπό την πίεση ενός ασφυκτικού management, δίχως το στόρι να μπαίνει στον κόπο να εξερευνήσει τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη ν’ αποζητά την αυθεντικότητα, γνωρίζοντας πως είναι μάλλον ανήμπορος να τη δημιουργήσει. Ο Ρικ έχει γράψει το «How to Write a Song (Without You)» επειδή το έχει ζήσει. Ο Ντάνι, από την άλλη, στην πραγματικότητα μπορεί απλά να το ερμηνεύσει.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/power-ballad/ ανήκει στο FreeCinema .