
Έχοντας γλυτώσει σαν από θαύμα από τροχαίο ατύχημα, η καταθλιπτική φοιτήτρια Λάουρα βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο ήσυχο εξοχικό σπίτι της μοναχικής Μπέτι. Οι μέρες περνούν ευχάριστα για αμφότερες, όμως, η ολοένα και πιο συχνή παρουσία του συζύγου και του γιου της οικοδέσποινας ρίχνει μια άβολη σκιά στην ανάρρωση της νεαρής κοπέλας.
Οφείλω να αναγνωρίσω στο «Αντικατοπτρισμοί» το γεγονός ότι μου θύμισε πόσο πολύ μου αρέσει το τραγούδι «The Night» των Frankie Valli and the Four Seasons. Είχα χρόνια να το ακούσω και ομολογώ πως το είχα ξεχάσει. Ο Κρίστιαν Πέτσολντ, μάλιστα, το χρησιμοποιεί δύο φορές στο έργο του. Στους τίτλους τέλους ακούγεται ολόκληρο, ενώ σε μια σκηνή του φιλμ παίζει δυνατά και καθαρά από κάποιο ραδιόφωνο. Ο τίτλος της ταινίας, πάντως, ουδεμία σχέση έχει με τον μεγάλο Φράνκι Βάλι, αλλά δανείζεται τη φερώνυμη σύνθεση του Μορίς Ραβέλ. Εκείνου του σπουδαίου Γάλλου συνθέτη, δηλαδή, που κάποτε είχε δηλώσει αυτοσαρκαζόμενος πως έχει γράψει μόνο ένα αριστούργημα στη ζωή του (το «Bolero»), αλλά δυστυχώς αυτό δεν περιείχε καθόλου μουσική! Δεν γνωρίζω κατά πόσο ο Πέτσολντ διαθέτει παρόμοιες αυτοσαρκαστικές τάσεις, θα μπορούσε πάντως με ευκολία να δηλώσει ότι οι «Αντικατοπτρισμοί» του… δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου υπόθεση! Αντιθέτως, έχουν άφθονη παρατήρηση, γερμανική εξοχή, βόλτες με ποδήλατα και τροχαία ατυχήματα. Ό,τι έχουν, δηλαδή, όλες οι ταινίες του Γερμανού auteur, ο οποίος με τούτη όχι μόνο επαναλαμβάνει εαυτόν, αλλά το κάνει με τρόπο που μόνο ανούσιος μπορεί να χαρακτηριστεί.
Δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών στην ψυχολογία για ν’ αντιληφθεί αφενός πως κάτι δεν πάει καλά με τη συμπεριφορά της Μπέτι, αφετέρου να εντοπίσει τα σημάδια του τραύματος που κουβαλά μέσα της. Άλλωστε, εξαιτίας της ψυχικής κατάστασης της υγείας, ο σύζυγος και ο ενήλικος γιος της εγκατέλειψαν το σπίτι τους, καταλήγοντας… λίγο παραπέρα, στο συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρούν στο κοντινό χωριό, προκειμένου να έχουν (όσο γίνεται) υπό έλεγχο την οριακά παραληρηματική της συμπεριφορά. Κατά βάθος, αμφότεροι ανησυχούν ότι η παρουσία της Λάουρα δεν θα της κάνει καλό, αλλά μάλλον θα επιδεινώσει τη θέση της, προσφέροντάς της φρούδα παρηγοριά. Ως εκ τούτου, η στάση τους απέναντι στην ξαφνική μουσαφίρισσα δεν είναι εχθρική, αλλά μάλλον αμήχανη. Η δε φιλοξενούμενη εγείρει παρόμοιες απορίες σχετικά με την επιθυμία της να «νοσηλευτεί» στο σπίτι μιας άγνωστης σε αυτήν γυναίκας, πόσω μάλλον όταν ο φίλος της (ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο που στούκαρε) έχασε ακαριαία τη ζωή του.
Ο Γερμανός auteur προσπαθεί να προσδώσει σε όλα τα ανωτέρω μια νότα μυστηρίου, όμως, τίποτα το θριλερικό δεν υπάρχει εδώ. Η κατάθλιψη και το πένθος προσεγγίζονται μ’ έναν κλινικά αποστασιοποιημένο τρόπο, αδιαφορώντας για την ουσία του τραύματος, παραμένοντας εμμονικά στην επιφάνεια των μισόλογων και των κενών βλεμμάτων. Η απουσία ουσιαστικού περιεχομένου που θα προχωρούσε κάπως το στόρι, έχει ως αποτέλεσμα την επανάληψη ενός μοτίβου μελέτης συμπεριφορών, που εστιάζοντας σε μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας πασχίζει να δώσει βαθυστόχαστο νόημα στο εντελώς ασήμαντο (η φάση με τις συνεχείς επισκευές ηλεκτρικών συσκευών, να έχει άραγε να κάνει με το μάταιο της «επισκευής» των… «χαλασμένων» συναισθημάτων μας;).
Το κινηματογραφικό αδιέξοδο των «Αντικατοπτρισμών» επιστεγάζεται με το τυπικό… μη φινάλε, το οποίο ντύνει με μια επιφυλακτική πιθανότητα την (όποια) επούλωση των τραυμάτων. Από την άλλη, βέβαια, μπορεί εκείνο το χαμόγελο να είναι ένας στιγμιαίος αντικατοπτρισμός και τίποτα περισσότερο.
