
Ο Μπέαρ κάνει μια ευχή, χρησιμοποιώντας ένα «μαγικό» παιχνιδάκι που υπόσχεται πως πραγματοποιεί τα πάντα: να γίνει δικό του το κορίτσι που αγαπά. Η ευχή πιάνει τόπο… αστραπιαία, όμως, η συμπεριφορά της Νίκι αρχίζει να γίνεται τόσο ακραία που καταντά επικίνδυνα «προστατευτική» και ψυχωτική.
Ένας εικοσάχρονος που έφτιαχνε βιντεάκια στο YouTube «πήρε» το Χόλιγουντ (και το αμερικανικό box-office) by storm με μία (αντι)ρομαντική αλληγορία για την αδυναμία σύναψης σχέσεων μεταξύ των νέων σήμερα! Το βασικό concept της πλοκής, πάντως, δεν είναι καινούργιο, το έχουμε δει να παίζει από την εποχή του original «The Twilight Zone», στο επεισόδιο «The Chaser» (1960), όπου ένα love potion το οποίο χρησιμοποιείται για να κατακτήσει ο ήρωας τη γυναίκα που επιθυμεί έχει… κακά αποτελέσματα, όταν εκείνη γίνεται επικίνδυνα κτητική. Ο τρόπος που ο Κάρι Μπάρκερ αφηγείται εδώ μια παρόμοια ιστορία είναι το στοιχείο που εντυπωσιάζει στην «Εμμονή», πόσω μάλλον όταν βλέπεις πως το κοινό της γενιάς του ανταποκρίνεται τόσο μαζικά και πηγαίνει σινεμά. Διότι το έργο είναι… «του γιατρού» και ουχί ένα ψυχαγωγικό ευκολάκι!
Ο Μπέαρ δεν βρίσκει τον τρόπο να πει στη Νίκι πως την βλέπει σαν κάτι παραπάνω από φίλη και συνάδελφο στο κατάστημα μουσικών οργάνων όπου εργάζονται. Προβάρει μια ερωτική εξομολόγηση σε μια άγνωστη σερβιτόρα ενός diner, μα ποτέ δεν τολμά να επαναλάβει παρόμοια λόγια μπροστά στη Νίκι, ακόμη κι όταν είναι μόνοι. Ψάχνοντας για ένα δωράκι που θέλει να της πάρει, βρίσκει το One Wish Willow, ένα ανόητο «μαγικό» παιχνίδι που αν κάνεις μια ευχή τη στιγμή που θα το σπάσεις στα δύο, αυτή θα πραγματοποιηθεί.
«I wish Nikki Freeman loved me more than anyone in the fucking world.»
Παραδόξως, η ευχή πιάνει επιτόπου και η Νίκι συμπεριφέρεται σαν να έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Του ζητά να κοιμηθούν μαζί, μα όταν πάει να τον φιλήσει αντιδρά σαν νευρόσπαστο και τινάζεται μακριά του! Την επόμενη μέρα του λέει πως δεν θυμάται τι ακριβώς (της) συνέβη το προηγούμενο βράδυ, πως ήταν ελαφρώς «high», αλλά του εξομολογείται πως ενδιαφερόταν από καιρό γι’ αυτόν, με τρόπο που ξεπερνά τα φιλικά συναισθήματα. Το ρομάντζο θ’ ανθίσει με τρόπο που οι γύρω τους θεωρούν ανεξήγητο και ο Μπέαρ θα αναρωτιέται ακόμη αν έκανε καλά που η Νίκι έγινε δική του… με μια ευχή!
Μ’ έναν τόνο που ενίοτε θυμίζει indie hipster-ιά περασμένης δεκαετίας, η «Εμμονή» κάνει παιχνίδι με ψυχαναλυτικούς όρους, οι οποίοι συνοδεύονται από μια ύπουλη ηχητική μπάντα σκιαχτικής ατμόσφαιρας που αυθυποβάλλει, ενώ αντικαθιστά τα jump scares των σύγχρονων ταινιών τρόμου με εντελώς απότομες κραυγές και στιγμές υστερίας της Νίκι, η οποία μεταμορφώνεται σε κανονική Μέγαιρα που δεν αφήνει τον Μπέαρ (ούτε) να ξεμυτίσει από το οπτικό της πεδίο!
Η σχέση τους γίνεται ο αληθινός τρόμος του έργου, διαπίστωση που θα κάνει μερίδα του κοινού να «κλωτσήσει» (και δη το γυναικείο), λαμβάνοντας αρνητικά μηνύματα περί έρωτος, λες και πρόκειται για μια μορφή νευρικής ψύχωσης! Στην τελική, η «Εμμονή» εξελίσσεται σε μια μελέτη της συμπεριφορικής ανικανότητας των νέων που βρίσκονται σε παρόμοια ηλικία με τον σκηνοθέτη, που δεν είναι μαθημένοι ούτε να συντηρήσουν ή να προστατεύσουν ένα κατοικίδιο (η γάτα του Μπέαρ καταπίνει από λάθος ισχυρή ποσότητα από τα ψυχοφάρμακά του και αποχαιρετά τούτο τον μάταιο κόσμο της gen… whatever), πόσω μάλλον να εξωτερικεύσουν και να μοιραστούν κάτι ουσιαστικό, μέχρι να φτάσουν στο επίπεδο μιας πλήρους συνύπαρξης.
Κάθε φορά που ακούγεται η λέξη «αγάπη» στο φιλμ, μοιάζει με κραυγή απόγνωσης του ανεκπλήρωτου, που μαστίζει ολόκληρες γενιές, πια. Και κάπως αμήχανα, σχεδόν τρομαγμένα, ο Μπάρκερ προσθέτει τη δική του κραυγή δημιουργικότητας, σ’ ένα σύμπαν κινηματογραφίας που κι αυτό έχει ξεχάσει (πως) ν’ αγαπά… το σινεμά σαν μορφή Τέχνης.
Ευτυχώς, η σεναριακή μονοτονία του Μπάρκερ συναντά κοντά στο φινάλε έναν παροξυσμό σουρεαλισμού που αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα τη μακαβριότητα στο χιούμορ, για να καταλήξει να γίνει η «Εμμονή» μια κυριολεκτική τραγωδία που κανείς σε τούτη τη ζωή δεν θα τολμούσε να ευχηθεί. Η συνέχεια… στο ανάκλιντρο ενός ψυχαναλυτή. Γιατί… καλύτερα να μιλάς παρά να εύχεσαι!



