
Εσωστρεφές δεκαπεντάχρονο αγόρι ανακαλύπτει την αγάπη του τόσο για την χορευτική μουσική όσο και για λογοδοσμένη κοπέλα, η οποία έχει έρθει στον μικρό χωριό τους στη Βόρεια Μακεδονία προκειμένου να ολοκληρώσει το συνοικέσιο. Η βόσκηση των προβάτων μπορεί να περιμένει…
Οι ορεινές περιοχές της Βόρειας Μακεδονίας κατοικούνται (σε ένα ποσοστό) από Γιουρούκους, μία τουρκικής καταγωγής φυλή νομάδων, η οποία προσπαθεί να μείνει πιστή (στο μέτρο το δυνατού) στον τρόπο ζωής που ορίζει η παράδοσή της. Τουτέστιν, η κτηνοτροφία αποτελεί την πλέον βασική απασχόληση των ντόπιων, ενώ η λαϊκή, πολύχρωμη φορεσιά με τα περίτεχνα κεντήματα ενώνει το παρόν με το παρελθόν (τους). Αμφότερα τα χαρακτηριστικά παίζουν βασικότατο ρόλο στο ντεμπούτο του αμερικανοθρεμένου σκηνοθέτη Γκεόργκι Μ. Ουνκόφσκι, καθώς επιχειρεί να αντιπαραβάλλει την παράδοση με τον νεωτερισμό και το γήρας με τη νεανική σκέψη. Η τροχιά ενηλικίωσης στην οποία αρχίζει να κινείται ο νεαρός Αχμέτ, εξαιτίας ενός απαγορευμένου έρωτα και του δυνατού… beat, διαθέτει την αρχική εκείνη βάση που την κάνει να μοιάζει γνώριμη και προσιτή, στο πλαίσιο μιας τυπικής coming of age προσέγγισης. Ο «DJ Βοσκός» (ευφάνταστος ο ελληνικός τίτλος), εν τούτοις, ποντάρει τα πάντα στα «κόλπα» κινηματογράφησης και σε αστειάκια ανεκδοτολογικού τύπου, βάζοντας στην άκρη την σεναριακή ανάπτυξη που εξαντλεί το εύρημα της «απαγόρευσης» έρωτα και μουσικής πολύ γρήγορα.
Η παραπάνω παρατήρηση προφανώς φέρνει στον νου κάτι από… «Footloose» (1984), σε φάση «εδώ είναι Βαλκάνια»! Η πράξη εξέγερσης της νεολαίας απέναντι στους γονείς έρχεται μέσω του τοπικού φεστιβάλ λαϊκού χορού, όπου η προξενεμένη (μ’ έναν άνδρα που δεν αγαπά) νεαρή Άγια ετοιμάζεται με τις φίλες της να παρουσιάσουν ένα θέαμα που θα κάνει την άκαμπτη γερουσία… να βγει από τα ρούχα της. Έχει την πλάκα της ως σύλληψη, όμως, περισσότερο λειτουργεί σαν σεναριακή «φωτοβολίδα», μιας και μέχρι να έρθει η εν λόγω κλιμάκωση, το στόρι δεν πείθει στιγμή για τον έρωτα ανάμεσα στην τετραπέρατη κοπέλα και τον αθώο Αχμέτ, ρίχνει μηδαμινό φως σε ό,τι έχει να κάνει με τον επικείμενο γάμο και όσα έχουν προηγηθεί αυτού, ενώ η πώρωση του βοσκού με την EDM μάλλον εκλαμβάνεται ως δεδομένη παρά καλλιεργείται μέσω της πλοκής.
Εγκλωβισμένο ανάμεσα στη μίζερη καταγραφή της απομονωμένης βαλκανικής επαρχίας και στον γραφικό «εξωτισμό» της παράδοσης, το φιλμ πασχίζει να πιάσει τον «χαβαλεδιάρικο» σφυγμό της νεολαίας, ρίχνοντας στη συνταγή… ροζ πρόβατα, αυτοσχέδια «αγροτικά» DJ booth, ιμάμηδες με facebook και rave parties στη μέση του πουθενά. Τούτα τα δήθεν ευφυολογήματα, εν τούτοις, λειτουργούν ως… hipster-ικά καθρεφτάκια για φεστιβαλικούς ιθαγενείς, μιας και η (ακατανόητης σκοπιμότητας) φάση με τον άλαλο μικρό αδελφό, η ολούθε υπενθύμιση της μητρικής απουσίας και η σκληρή παρουσία της πατρικής φιγούρας υποδεικνύουν πως οι crowd-pleaser «χαριτωμενιές» δεν είναι παρά η φάκα ενός ανέμπνευστου όσο και ανολοκλήρωτου σεναριακού concept. Πόσω μάλλον όταν για την ιδιαιτερότητα της ζωής στη συγκεκριμένη περιοχή (καθώς και για την κουλτούρα της) δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα πέραν των απολύτως προφανών.

