
Το πτώμα βετεράνου πρώην πρέσβη ανακαλύπτεται από την οικονόμο του θύματος εντός της πολυτελής του έπαυλης. Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ αναλαμβάνει να βρει τον ένοχο της δολοφονίας.
Επιμένει ο γαλλικός κινηματογράφος να ποντάρει στο βάρος του ονόματος του επιθεωρητή Μαιγκρέ, με τα αποτελέσματα (ατυχώς) να μην τον δικαιώνουν. Η προηγούμενη φορά του «Μυστηρίου της Νεκρής Κοπέλας» (2022) διακρινόταν για τη διαρκή κατατονία με την οποία έντυνε τις έρευνες του διάσημου ήρωα του Ζορζ Ζιμενόν, όπως και για την προσπάθεια να λανσάρει στον φερώνυμο ρόλο τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Ένεκα των σεξουαλικών σκανδάλων στα οποία είχε μπλέξει ο Γάλλος star, η επιλογή του Ντεπαρντιέ «κάηκε» με το πρώτο, με το «franchise» να δίνει (πια) τα σκήπτρα στον Ντενί Πονταλιντές. Το παρουσιαστικό του τελευταίου δεν ταιριάζει με τη φυσιογνωμία του επιθεωρητή που ο Σιμενόν περιέγραφε στις σελίδες των βιβλίων του, όμως, αυτό είναι το μικρότερο από τα προβλήματα τούτου του «Πρέσβη». Το φιλμ του Πασκάλ Μπονιτζέρ επιχειρεί να εμφανιστεί ανανεωτικό ως προς τη μεταφορά των περιπετειών του Μαιγκρέ στη μεγάλη οθόνη, καταλήγοντας να στέκει αμήχανο, καθώς ο ιδιότυπος μοντερνισμός που προτάσσει παλεύει να πάρει το πάνω χέρι από έναν παρωχημένο ακαδημαϊσμό. Και είναι ο δεύτερος που παίρνει τελικά μια εύκολη νίκη.
Τα μυθιστορήματα του Σιμενόν χαρακτηρίζονται γενικά από έλλειψη δράσης, σε σημείο που τα κάνει να μοιάζουν ν’ απορρίπτουν το αστυνομικό μυστήριο προς χάριν μιας ευρύτερης μελέτης της ντετεκτεβίστικης έρευνας, η οποία εν προκειμένω άπτεται της τυπικής καθημερινότητας του Μαιγκρέ (με την κουζίνα της συζύγου του να παίζει πρωτεύοντα ρόλο). Το λιτό περιγραφικό ύφος του συγγραφέα αφήνει χώρο στη σκέψη και τη φαντασία του αναγνώστη, ώστε να συμπληρώσει τα κενά της εκάστοτε υπόθεσης, αναζητώντας τον κρίκο εκείνο που θα συνδέσει το (όποιο) έγκλημα με τη νωχελική ρουτίνα του επιθεωρητή Μαιγκρέ. Ο Πατρίς Λεκόντ ώθησε την ατμόσφαιρα του Σιμενόν… στα άκρα, κάνοντας τον Μαιγκρέ του Ντεπαρντιέ να μοιάζει με ήρωα ψυχοδράματος, καθώς άφηνε τη βεβαιότητα πως στο πλαίσιο θεραπείας της κατάθλιψής από την οποία έπασχε αναζητούσε ωσάν γιατρικό τον δολοφόνο μιας νεαρής κοπέλας.
Στην «Ερωμένη του Πρέσβη», ο Μπονιτζέρ το παίρνει κάπως αλλιώς, πλάθοντας μια ελαφρώς ανάλαφρη, όσο και παιχνιδιάρικη εκδοχή του Μαιγκρέ. Η αλληλεπίδραση με τους υφισταμένους του στο αστυνομικό Τμήμα, η επαναλαμβανόμενη διάθεση για φαΐ και πιοτό και η «πλάκα» με την άρνηση απόκτησης κινητού τηλεφώνου από μεριάς του υπογραμμίζουν τη σχετική τάση. Οι μικρές αυτές λεπτομέρειες, όμως, στουκάρουν με το άχρονο της όλης κατασκευής, η οποία άπαξ και «καρφώνεται» (βασικά από μία συσκευή κινητού τηλεφώνου!) πως τοποθετείται στις αρχές του 21ου αιώνα (σε αντίθεση με το βιβλίο «Maigret et les Vieillards», που αποτελώντας την πηγή της ταινίας διαδραματίζεται στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60), δημιουργεί εύλογες απορίες για τον ρεαλισμό του όλου «μυστηρίου».
Καθώς αποκαλύπτονται διάφορες πτυχές της προσωπικότητας του μακαρίτη πρέσβη, με πλέον κύρια την ανακάλυψη της ογκώδους αλληλογραφίας του με την πριγκίπισσα Ιζαμπέλ ντε Βουίν, το όλο «αστυνομικό» περιβάλλον στο οποίο κινείται ο Μαιγκρέ, ανακρίνοντας μια σειρά από συγγενείς του δολοφονημένου διπλωμάτη, φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου… του τρέχοντος αιώνα. Τα δεκάδες γράμματα, οι ηλικιωμένες πριγκίπισσες, τα αριστοκρατικά ατυχήματα εν ώρα ιππασίας, οι βαριεστημένοι πλούσιοι κληρονόμοι, οι αυστηρές οικονόμοι και οι intellectuel πικραμένοι έμποροι έργων Τέχνης ως καταστασιακό μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από δράμα της εποχής του Μεσοπολέμου και όχι ως κάτι που θα συνέβαινε στο Παρίσι του… 2000! Το γαϊτανάκι των ανακρίσεων από μεριάς Μαιγκρέ (ειδικότερα οι στιχομυθίες του με την «απόκοσμη» οικονόμο μαντάμ Ζακότ), αν και άκρως θεατρικές, ως στήσιμο διακρίνονται για τη λανθάνουσα ειρωνεία και τον κυνισμό τους, όμως, σταδιακά βρίσκουν κι αυτές τοίχο, ανήμπορες να προχωρήσουν την πλοκή. Το μυστήριο της «Ερωμένης του Πρέσβη» είναι από μόνο του αδιάφορο, πόσω μάλλον όταν εξελίσσεται με τρόπο… διόλου μυστηριώδη, αφήνοντας μάλιστα τη λύση να πλανάται στον αέρα, λειτουργώντας όχι σαν έντιμο, παλιακό policier, αλλά σαν σύγχρονο «art-house»!
