
Καθώς ο Οδυσσέας αγωνίζεται για χρόνια να επιστρέψει στην Ιθάκη μετά την άλωση της Τροίας, η Πηνελόπη κωλυσιεργεί απεγνωσμένα στην προσπάθειά της ν’ αποφύγει τους μνηστήρες οι οποίοι διεκδικούν τη θέση του δίπλα της, όσο και τον θρόνο του.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η «Οδύσσεια» του Ομήρου είναι ένα (μυθολογικό) παραμύθι. Και η μεταφορά ενός τέτοιου στην οθόνη (όποιες διαστάσεις κι αν έχει εκείνη…) οφείλει να το διαχειριστεί με ανάλογο τρόπο. Από την άλλη, ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένας κακός σεναριογράφος. Ειδικά όταν γράφει μόνος του. Έτσι, αυτό το ηρωικό έπος της ελληνικής αρχαιότητας που «δίδαξε» τη μυθοπλασία, χτίζοντας μια σύνθετη, πολυεπίπεδη αφήγηση ή εισάγοντας (και) την έννοια της «επεισοδιακής» πλοκής, στα χέρια του καταλήγει να μετατρέπεται σ’ ένα άτσαλο έργο… ρεαλιστικής (!) δράσης, το οποίο απλά ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο «ιστορίας» (η επιστροφή του Οδυσσέα και των ανδρών του στην Ιθάκη, με υποχρεωτικές στάσεις σε τυχαίους τόπους για λήψη προμηθειών) σε μορφή «flashback» (καθώς ο ήρωας, όντας «αιχμάλωτος» της Καλυψώς, καλείται να θυμηθεί την ταυτότητα και τον προορισμό του), παράλληλα με τις υποπλοκές του όλο και πιο ασφυκτικού βίου της Πηνελόπης (εξαιτίας των μνηστήρων της) και των προσπαθειών του Τηλέμαχου να «δραπετεύσει» από το νησί και να πάρει πληροφορίες για το αν ζει ο πατέρας του.
Ατυχώς, οι είκοσι τέσσερις ραψωδίες από τις οποίες αποτελείται το πλήρες ομηρικό έπος σκορπίζονται περιληπτικά και μάλλον ανοικονόμητα (αν σκεφτεί κανείς πως η σαφώς πιο πυκνή σε αφήγηση «Οδύσσεια» του Μάριο Καμερίνι, από το 1954, διαρκεί μόλις 94 λεπτά!), με τρόπο μη γραμμικό, ο οποίος πατά πάνω σε ουκ ολίγες «παρενθέσεις» συμβάντων και πληροφοριών που αποσπούν την προσοχή και σαμποτάρουν τη συνοχή του έργου δίχως να προσθέτουν κάτι το ουσιαστικό, και με την άλωση της Τροίας (παράλληλα με την εμφάνιση του Δούρειου Ίππου) να έχει… «τεμαχιστεί» τμηματικά, σε μία απόπειρα να προσθέτει στιγμές θεάματος εκεί όπου τίποτα τέτοιο δεν υφίσταται στην οθόνη.
Όχι πως επρόκειτο περί «ιερού και οσίου» που ο Νόλαν… μαγάρισε με τη δική του «Οδύσσεια», όμως, εντελώς παραδόξως, γνωρίζοντας τις σκηνοθετικές του ικανότητες, είναι αιφνιδιαστικά… προσγειωμένη η εντύπωση που αφήνει το φιλμ στο πλαίσιο της κινηματογραφικής μεγαλοσύνης! Πέραν της αφηγηματικής «τρικλοποδιάς» που τρώει, λοιπόν, εδώ δείχνει μάλλον ανίκανος ν’ αντιμετωπίσει τη φαντασία του έργου και να μας προσφέρει μία «Οδύσσεια» που να ταυτίζεται με το σινεμά φυγής, προσδίδοντας μεγέθη larger than life στην όλη μυθολογία της κόντρας του ομώνυμου ήρωα με τους Θεούς (και δη τον Ποσειδώνα). Αντί μιας αίσθησης παραμυθιού, δηλαδή, παρακολουθούμε ένα είδος… ρεαλιστικού υπαρξιακού δράματος, στο οποίο πρωταγωνιστούν οι ενοχές, οι τύψεις και η εσωτερική πάλη με τη συνείδηση και τη μνήμη. Με τον λόγο και την εικόνα να μην συνυπάρχουν ιδιαίτερα δημιουργικά…
Άλλο μέγα ατόπημα του Νόλαν στην «Οδύσσεια» το οποίο ταυτίζεται (επίσης) με τη συνύπαρξη είναι η σχέση η σχέση της μουσικής και του συνολικού «ηχοτοπίου» με την εικόνα. Σε αυτόν τον τομέα, ο Νόλαν έχει κάνει στο παρελθόν επικά πράγματα, συντονίζοντας κάθε στοιχείο της ηχητικής μπάντας με ρυθμό και μοντάζ. Στην προκειμένη, η απόλυτα αδιάκοπη χρήση του score και ειδικά οι φασαριόζικες «τυμπανοκρουσίες» του απλά ταλανίζουν τ’ αυτιά δίχως να υπηρετούν κάποιο στοχευμένο όραμα. Είναι λες και η μουσική να προστέθηκε… με το ζόρι σαν «χαλί» κατόπιν της ολοκλήρωσης του μοντάζ!
Από άποψης casting, κερδισμένοι πρέπει να αισθάνονται περισσότερο οι Ανν Χάθαγουεϊ (αν και αρκετά… κλαψιάρα, η Πηνελόπη της έχει δραματική υπόσταση στο έργο) και Ρόμπερτ Πάτινσον (ο μνηστήρας Αντίνοος, ως ο κυριότερος εκφραστής της ανθρώπινης πανουργίας). Ο Ματ Ντέιμον είναι πάντοτε τόσο λίγος εκφραστικά, όχι πως ο Οδυσσέας που κλήθηκε να ερμηνεύσει αποτελεί και το απαύγασμα του πλούσιου σε περιεχόμενο (και εσωτερικότητα) χαρακτήρα.
Τέλος, ας εστιάσω και σε κάτι που μπορεί μερικώς (αν όχι πλήρως) ν’ αληθεύει, όμως, με τον τρόπο που παρουσιάζεται στην ταινία θα έπρεπε να ενοχλήσει περισσότερο τους… «πατριώτες», οι οποίοι εδώ και μήνες ωρύονταν για το χρώμα του δέρματος της Ωραίας Ελένης. Η «Οδύσσεια» του Νόλαν παρουσιάζει έναν πολιτισμό που στηρίχτηκε σε ληστρικές επιδρομές και σφαγές, με τον Οδυσσέα και τους άνδρες του να (δια)πράττουν σωρεία εγκλημάτων… όπου πατούσαν κι όπου βρίσκονταν, αποκλειστικά για τη δική τους επιβίωση. Από το πραγματικό υπόβαθρο του τρωικού πολέμου (τη στρατηγική θέση της Τροίας στα περάσματα προς τον Ελλήσποντο, με την άλωση της πόλης να σχετίζεται περισσότερο με τον έλεγχο των εμπορικών «δρόμων» της περιοχής, παρά με την κατοπινή μυθοποίηση που ταυτίζεται με τη… γυναικεία ομορφιά) έως τις αδιάκοπες λεηλασίες (ακόμη και ντόπιων περιοχών!), ο ελληνισμός εμφανίζεται συμπερασματικά ως μία αποθέωση της βίας, που ουδεμία σχέση έχει με το πνεύμα και την παγκόσμια κληρονομιά την οποία επιμένουμε να διδάσκουμε ανά τους αιώνες! Οι «άνθρωποι της θάλασσας», ο φόβος και ο τρόμος σε ολόκληρη τη διάρκεια της «Οδύσσειας» του Νόλαν, είμαστε εμείς! Αντίο παραμύθι, δηλαδή…

