Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
«Είμαι αφοσιωμένος στις λέξεις, τις σκαλίζω, τις τεντώνω, τις στύβω, μπας και στραγγίξω το πολύτιμο ζουμί τους. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Πάω και θα πάω όσο μακρύτερα θα μου επιτρέψει το μικρό ή μεγάλο ταλέντο μου» λέει ο Χρήστος Χωμενίδης – Credit: Αφροδίτη Χουλάκη
Χ. Α. Χωμενίδης Δεκατρία, Εκδόσεις Πατάκη, 2026, σελ. 320, τιμή 18,80 ευρώ
«Γράφοντας το “Δεκατρία”, ήθελα να είμαι εξαιρετικά ακριβής. Να παραθέτω με εγκληματολογική πιστότητα τόπους, χρόνους, πρόσωπα, διαλόγους, γεύσεις, μυρωδιές… Καθώς το ξανασκέφτομαι όμως, καθώς το συζητάω με φίλους και αναγνώστες, καταλήγω ότι ο υπότιτλος αυτός είναι περιττός. Αν όχι και αποπροσανατολιστικός. Ναι, όλα όσα αναφέρω στο “Δεκατρία” έχουν συμβεί. Τα διηγούμαι ωστόσο από τη δική μου, την υποκειμενική οπτική γωνία. Τα αναστοχάζομαι με βάση τις κατοπινές μου εμπειρίες. Η μυθοπλασία επομένως, κι ας τη βγάζω από την πόρτα, μπαίνει από το παράθυρο. Τα περιστατικά του βίου δεν αποτελούν, στην ουσία, για τον συγγραφέα παρά έναν μπούσουλα, έναν διάδρομο απογείωσης στην ευτυχέστερη περίπτωση. Το αποδεικνύουν τα βιβλία της Ανί Ερνό. Και οι αριστουργηματικές αυτοβιογραφίες του Λουίς Μπουνιουέλ και του Μάρκου Βαμβακάρη».
Η πλαστελίνη της οικογενειακής μυθολογίας
Το βιβλίο εξεικονίζει τα αριστερά σόγια των γονιών του συγγραφέα, «των Χωμεναίων και των Νεφελούδηδων». Η οικογενειακή μυθολογία, αναφέρει, είναι σαν την πλαστελίνη. «Το μάρμαρο δύσκολα σμιλεύεται. Κινδυνεύεις επίσης να πέσει και να σε πλακώσει. Το χαρτί, από την άλλη, σκίζεται, καίγεται – το καταστρέφεις και έχεις την ψευδαίσθηση πως ξεμπέρδεψες με τις ρίζες σου. Η πλαστελίνη είναι από τη φύση της εύπλαστη, “φιλική”. Αλλάζει σχήμα όπως αλλάζει και η αντίληψή σου για το παρελθόν. Εάν έγραφα το “Δεκατρία” πριν από είκοσι χρόνια, θα ήμουν ασύγκριτα πιο αυστηρός, ενίοτε και χλευαστικός, προς ορισμένους πρεσβύτερους συγγενείς μου. Και πιο εγκωμιαστικός απέναντι σε άλλους. Σήμερα, η αποκαλούμενη “ωριμότητα” μου ξαναχαρίζει το πρωταρχικό, το παιδικό μου βλέμμα. Που είναι συνάμα σκωπτικό και συγχωρητικό. Που γελάει με τα καμώματα και με τις αντιφάσεις των ανθρώπων, δεν τους καταδικάζει ωστόσο, δεν τους απορρίπτει συλλήβδην. Που αναζητάει το καλό πaντού, έστω και ως νησίδα, έστω και ως αόρατο πυρήνα» τόνισε. Και προχώρησε ο Χωμενίδης. «Ολοι οι άνθρωποι – και όλοι οι γονείς, συνεπώς – είναι τραυματισμένοι. Εχουν τις χαίνουσες πληγές τους, που μπορεί να εκκινούν από οριακά γεγονότα, όπως η Κατοχή και ο Εμφύλιος για τους δικούς μου, ή από φαινομενικά ήρεμα μα στην ουσία αποπνικτικά πρώτα χρόνια. Εκείνο που με κάνει ευγνώμονα απέναντι στην τύχη μου είναι ότι οι γονείς μου, η Νίκη και ο Αλέξανδρος, είχαν έρωτα. Ερωτα μεταξύ τους αλλά και προς τον κόσμο γενικά. Τους ανθρώπους, την τέχνη, το παιχνίδι, την ανοιχτή κοινωνία ως ιδανικό. Αυτό το μήνυμα μου πέρασαν. Πως μόνο ερωτευμένος έχει νόημα να ζεις. Από εκεί και ύστερα, μου φαίνεται ατελέσφορο, ενίοτε και αντιαισθητικό, να ξύνει κανείς ατέρμονα τις πληγές του, να δικάζει και να ξαναδικάζει τους γονείς του, να τους ρίχνει την ευθύνη για όλες τις αστοχίες και τα αδιέξοδά του. Ενηλικιωνόμαστε στα δεκαοκτώ. Ας ανοίγουμε τότε διάπλατα τα φτερά μας. Ας κόβουμε τον ομφάλιο λώρο. Και ας επισκεπτόμαστε το παρελθόν μας με λουλούδια και όχι με ξυράφια. Η κοινωνία μας, δυστυχώς, δεν ενθαρρύνει την αυτονόμηση, τη χειραφέτηση των παιδιών της» εκτίμησε.
Ενα βιβλίο για τον πατέρα
Η πιο συγκινητική διάσταση της αφήγησης είναι η αποτύπωση της σχέσης πατέρα και γιου. Επί της ουσίας, είναι το Δεκατρία ένα βιβλίο κυρίως για τον πατέρα του; «Καθένας, κατά τη ζωή του, σε κάποιον αναφέρεται. Σε κάποιον δίνει λογαριασμό. Εάν για τον Καζαντζάκη ήταν ο Γκρέκο, για μένα είναι ο μπαμπάς μου. Επειδή τον έχασα ίσως πολύ νωρίς, στο κατώφλι της εφηβείας, και δεν πρόφτασα να τον απομυθοποιήσω. Επειδή – το πιστεύω ακράδαντα – παρέμεινε μια ημιτελής χειρονομία. Ενας χαρισματικός άνθρωπος, ο οποίος δεν μπόρεσε – λόγω των περιστάσεων – να αναπτύξει πλήρως την προσωπικότητά του. Ζω και για εκείνον. Οποτε καταφέρνω κάτι που εικάζω ότι θα του άρεσε, χαίρομαι διπλά. Με το ραδιόφωνο, ας πούμε, που πολύ πρόσφατα το ξανάρχισα τα Σαββατοκύριακα, στο MEGA News 104,6. Ο πατέρας μου είχε μεράκι με το ραδιόφωνο. Κι επειδή ποτέ δεν θα τον προσελάμβαναν, για πολιτικούς λόγους, στη μετεμφυλιακή ή στη χουντική ραδιοτηλεόραση, έκανε “οικιακές” εκπομπές. Τις έγραφε, εννοώ, στο μπομπινόφωνο και τις έπαιζε στον στενό κύκλο του. Οποτε εγώ κάθομαι απέναντι από το μικρόφωνο κι εκπέμπω, νιώθω σαν να του ανάβω ένα κεράκι».
Το «εθνικό μας χούι»
Κουβεντιάσαμε για πολλά και διάφορα. Ο Χωμενίδης σχολιάζει κάπου στο βιβλίο «τον τρόπο που διηγούνται οι Ελληνες από τον καιρό της “Οδύσσειας”», δηλαδή «κάνοντας την πορδή βροντή». Τι εννοεί άραγε; «Να σας θυμίσω ότι ο Οδυσσέας – τον οποίο εγώ θεωρώ γενάρχη μας, τον αρχετυπικό Ελληνα – “θαλασσοπνιγόταν” επί δέκα χρόνια, εκ των οποίων επτά είχε περάσει στο νησί της Καλυψώς, υπό συνθήκες σούπερ λουξ, ασχέτως εάν νοσταλγούσε την Ιθάκη. Και άλλο ένα στο νησί της Κίρκης. Το έχουμε χούι εθνικό να μεγεθύνουμε και τα βάσανα και τους ηρωισμούς μας. Πόσω δε μάλλον τις ερωτοδουλειές μας. Δεν το βρίσκω κακό, αρκεί το ακροατήριό μας να μην καταπίνει αμάσητο ό,τι ξεφουρνίζουμε». Κάπου αλλού στηλιτεύει ο Χωμενίδης τους «πικρόχολους» που μέμφονταν τον Μ. Καραγάτση ως «χειμαρρώδη, άρα πρόχειρο». Τον ρώτησα μήπως υποκρύπτεται εδώ, τηρουμένων αναλογιών, ταύτιση. «Λατρεύω τον “Γιούγκερμαν” και κάμποσα ακόμα μυθιστορήματα του Καραγάτση. Δεν μου αρέσει όμως να ταυτίζομαι με κανέναν. Στα 33 χρόνια που είμαι στο κουρμπέτι, μου έχουν σούρει τα εξ αμάξης. Κυρίως “σοφολογιότατοι”, που ούτε το όνομά τους δεν θυμάται κανείς πιa. Νεότερος τσατιζόμουν, ήθελα να τους δείρω. Τώρα πλέον προσπαθώ να αδιαφορώ. Εάν μου χρεώνουν προχειρότητα και ευκολία; Η ευκολία, αλήθεια, γιατί είναι κακό πράγμα; Εάν φοβάμαι εγώ ο ίδιος ότι σπαταλιέμαι; Δουλεύω σκληρότατα. Είμαι αφοσιωμένος στις λέξεις, τις σκαλίζω, τις τεντώνω, τις στύβω, μπας και στραγγίξω το πολύτιμο ζουμί τους. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Πάω και θα πάω όσο μακρύτερα θα μου επιτρέψει το μικρό ή μεγάλο ταλέντο μου».

