Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Illustration ΤΟ ΒΗΜΑ
Illustration ΤΟ ΒΗΜΑ
Η δυνατότητα μιας μεταμόρφωσης
της Δήμητρας Κονδυλάκη
Μια πομπή ανθρώπων στο υποβλητικό χρώμα της δύσης ανεβαίνει αργά, σε αρμονία με το τοπίο, στο χωμάτινο μονοπάτι προς έναν τόπο αδιόρατο ακόμα· σαν να υπακούν σε ένα κάλεσμα προς κάτι, κάτι άρρητο κι όμως οικείο, προχωρώντας προς την εκπλήρωση μιας Υπόσχεσης που δόθηκε σε χρόνο άγνωστο, κανείς δεν ξέρει από ποιον – κι όμως όλοι την έχουν λάβει και προς αυτή κατευθύνονται.
Η πομπή προς το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου έχει κάτι μεσσιανικό· αρκεί να προσέξει κανείς, από τη θέση του παρατηρητή, όλα τα τελετουργικά στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν: την επανάληψη της πανομοιότυπης αυτής εικόνας πλήθους που ανεβαίνει κάθε χρόνο το ίδιο μονοπάτι ξανά και ξανά, τον συντονισμένο βηματισμό του, τις στερεότυπες κινήσεις του, με μια στάση πάντα στο πωλητήριο ή στο μπαρ, την ειδική για την περίσταση αμφίεσή του, την προσμονή μιας εμπειρίας – όχι απλώς μιας παράστασης.
Το γεγονός που θα συμβεί στην Ορχήστρα αυτή ακριβώς καλείται να διατυπώσει: Το Πέρασμα από μία κατάσταση σε μια άλλη ή, καλύτερα, τη δυνατότητα ενός Περάσματος, μιας Μεταμόρφωσης.
Αυτή τη δυνατότητα περιέχει το Δράμα – ως ποιητική φόρμα συνυφασμένη με την αρχιτεκτονική του αρχαίου θεάτρου –, μια δυνατότητα που προϋποθέτει το Πλήθος (με την έννοια του πληθυντικού αριθμού), τον Χορό, γιατί δεν νοείται Δράμα πέραν της Πόλης: Ο Ηρωας που πάσχει δεν είναι παρά το σύμπτωμα του πάθους της Πόλης, όπως ο Οιδίποδας του λιμού που μαστίζει τη Θήβα – κι απ’ αυτό προσδοκά ο Χορός να θεραπευτεί στη διάρκεια αυτής της «σπουδαίας και τελείας πράξης» που είναι η τραγωδία.
Η πομπή, λοιπόν, προς το Θέατρο ανακαλεί κάτι απ’ την προσδοκία των αρχαίων ασθενών που επισκέπτονταν το Ιερό του Ασκληπιού· αυτή τη δυνατότητα θεραπείας που ενυπάρχει στον Μύθο αλλά κυρίως στην Πλοκή – δηλαδή στον τρόπο τής των πραγμάτων σύνθεσης, γιατί αυτή παράγει την Κάθαρση· ο Μύθος από μόνος του δεν αρκεί.
Η πομπή διψά για κάτι πολύ περισσότερο από ένα «θέαμα». Εξάλλου, το θέαμα εξαντλείται στην είσοδό μας στο Θέατρο που προκαλεί το ίδιο δέος πάντα με την ανυπέρβλητη συμμετρία του· θέλουμε να γίνουμε κομμάτι του, «να το κάνουμε δικό μας», το θέαμα είμαστε εμείς οι ίδιοι στις αναμνηστικές φωτογραφίες μας με φόντο το κοίλον. Το ζήτημα είναι, όμως, τι θα συμβεί όταν μας απορροφήσει αυτό, μικρούς κι ασήμαντους, στη μεγαλειώδη πέτρινη αγκαλιά του.
Το δώρο της Επιδαύρου είναι αυτό το «Ολον»: εμείς μέσα στο θέατρο και η συλλογική προσμονή του λόγου που θα φανερωθεί μέσω του Μύθου.
Η προσμονή του λόγου διακόπτει, έστω για λίγο, τη μοναχική κούρσα του καθενός στον ατομικιστικό κόσμο μας και μας ξανακάνει Χορό. Μας επιτρέπει να συνυπάρξουμε, να συνειδητοποιήσουμε τη φυσική παρουσία ο ένας του άλλου, να δούμε και να ακούσουμε μια ιστορία και να αναλογιστούμε όλοι μαζί, χιλιάδες κόσμου, την ανθρώπινη κατάσταση κάτω απ’ τα αστέρια με τον ορίζοντα να απλώνεται στο βάθος.
Στην πραγματικότητα, η Επίδαυρος είναι ένας «μηχανισμός» που ανά πάσα στιγμή ενεργοποιείται – μηχανισμός σύνδεσης με τους άλλους, με τη φύση, με το σύμπαν, όπως ακριβώς αυτό αντανακλάται στο Δράμα: το Υποκείμενο, η Πόλις, η Μοίρα.
Οταν ενεργοποιείται, το νιώθουμε όλοι ταυτόχρονα. Οταν δεν λειτουργεί, επίσης. Τι ζητούμε λοιπόν; Να αναβιωθεί η τραγωδία στην «καθαρή» της φόρμα; Μα δεν υπάρχει κάτι τέτοιο! Το θέατρο είναι μια τέχνη του σήμερα, δεν μπορεί να σταθεί πέρα απ’ τον χώρο της έρευνας, τις σύγχρονες σκηνικές κατακτήσεις. Επ’ ουδενί μια μουσειακή αισθητική – με ερμηνείες, σκηνικά και κοστούμια που ανακαλούν ένα ρομαντικό φαντασιακό του αρχαίου θεάτρου – μπορεί να αναπληρώσει αυτό που (μας) λείπει.
Για να δεχτούμε, ως αποδέκτες πραγματικοί, το δώρο της Επιδαύρου, χρειάζεται όμως – δημιουργοί, θεατές και πολιτιστικοί ιθύνοντες – να τολμήσουμε να ανασυνθέσουμε τα υλικά του δράματος από την αρχή.
Να απομακρυνθούμε απ’ το θεαματικό και να στοχαστούμε εκ νέου πάνω στον λόγο, τη διαλεκτική και πολιτειακή διάσταση του (αρχαίου) θεάτρου, δηλαδή στην αναγκαιότητα της δραστικής απεύθυνσης των ατομικών και συλλογικών διλημμάτων που θέτει σε χιλιάδες κόσμο ταυτόχρονα – κάτι που κάνει πάρα πολύ κρίσιμο το ζήτημα της σύνθεσης, του ειρμού, της δραματουργίας.
Χρειάζεται να εμπιστευτούμε περισσότερο τα κείμενα, να εστιάσουμε στην ίδια την ερμηνεία τους χωρίς επικαιρικές αναγωγές που τα περιορίζουν σε μονοσήμαντες καταγγελίες και προφανή ανθρωπιστικά κηρύγματα.
Να σεβαστούμε περισσότερο τον μόχθο του συγγραφέα, του δραματουργού, του μεταφραστή. Κι αν έχουμε εξαντλήσει το αρχαίο δράμα, να αναθέσουμε τη συγγραφή νέων έργων για τη Μεγάλη Επίδαυρο, όχι μόνο για τη Μικρή, σε έλληνες ή ξένους δραματουργούς, δεν έχει σημασία· έργων, όμως, που θα επιχειρούν να αποστάξουν από την Τραγωδία κάτι ζωτικό, ικανό να κλονίσει την αταραξία μας, να μας φανερώσει το σύγχρονο τραύμα και τις αξεδιάλυτες αντιφάσεις του, που αρνούμαστε να δούμε στον καθρέφτη.
Η κυρία Δήμητρα Κονδυλάκη είναι επίκουρη καθηγήτρια του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας & Φιλολογίας ΕΚΠΑ. Διετέλεσε καλλιτεχνική σύμβουλος και υπεύθυνη εκδόσεων στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου από το 2016.
Ποιος θα φέρει πίσω την Ειρήνη;
της Ευσταθίας Παλιοτζήκα
Μουσική, λέξεις, φως κι ο Χορός που στροβιλιζόταν ακατάπαυστα με φόντο καλαμιές και έναν γιγάντιο γορίλλα. Οι μιλιτέρ αποχρώσεις τους γίνονταν ένα ξανά και ξανά με τα τσόχινα σακιά στα αναχώματα κάθε που σφύριζαν οι ήχοι πολεμικών αεροσκαφών. Στο κέντρο ένας γιγαντιαίος κάδος σκουπιδιών, το σκαθάρι του Τρυγαίου που θα τον οδηγήσει στον Ολυμπο για να σώσει την Αθήνα από τον πόλεμο.
Ποιον πόλεμο όμως; Τον πόλεμο των σκουπιδιών; Της αστεγίας και της στεγαστικής κρίσης; Της ολοένα και αυξανόμενης γενικευμένης επισφάλειας; Αυτόν που μαίνεται στις οθόνες μας τα τελευταία χρόνια, αυξομειώνει τις τιμές στα ράφια και επανακοστολογεί κάθε είδους αγαθά αυθαίρετα, την ώρα που η πλειοψηφία αντί να αναζητεί λύσεις καταλήγει να παραληρεί δίχως ουσιαστική απεύθυνση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή να καταναλώνει μουδιασμένη ακατάπαυστα πληροφορία στο Διαδίκτυο, χάνοντας σταδιακά το όριο πραγματικού και μη πραγματικού;
Βρισκόμαστε εδώ, όπου η Αθήνα, ως μια άλλη «Νανά», φαίνεται να περιμένει τη σωτηρία της να έρθει από κάπου με τρόπο μαγικό. Να προσγειωθεί η Ειρήνη μια τυχαία Κυριακή μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών στην Πατησίων.
Κάπως έτσι ίσως βρέθηκε η Ειρήνη του Αριστοφάνη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, όχι απλά για να επιστρέψει ακόμα μία φορά στη σκηνή και να μας θυμίσει ότι κάποτε οι Αθηναίοι ήξεραν να γελούν με τον πόλεμο, αλλά περισσότερο ως υπενθύμιση του παραλόγου που αυτός γεννά. Ενας τεράστιος φουσκωτός γορίλλας στη μέση της σκηνής, λοιπόν, ο Πόλεμος, στην ίδια σκηνή όπου ο Τρυγαίος γίνεται Τρυγαία και συνομιλεί διακειμενικά και κυριολεκτικά στο τηλέφωνο με τη Λυσιστράτη, την αντίσταση της οποίας φαίνεται να βρίσκει ανόητη.
Αντίστοιχα, τη θέση του αγγελιοφόρου Ερμή παίρνει η Αθηνά και έτσι μόνη ξεμένει στον Ολυμπο όταν το υπόλοιπο δωδεκάθεο αποφασίζει να εγκαταλείψει τους ανθρώπους στη μοίρα τους. Τρυγαία, Αθηνά και Χορός μαζί ταξιδεύουν στον Κάτω Κόσμο πιασμένοι από τη μέση σε ένα τρενάκι που ολοένα επιταχύνει.
Οταν επιτέλους βρίσκουν την Ειρήνη, εκείνη είναι μια εστεμμένη «Μις Υφήλιος», ένα ακόμη στερεότυπο, και, απ’ ό,τι φαίνεται, η πιο κοντινή εκδοχή σε αυτό που προσδοκούμε. Γιατί το σκοτάδι και ο θάνατος, η απελπισία και η απώλεια βρίσκονται διαρκώς κοντά μας, ξέρουμε καλά πώς να τα αναγνωρίζουμε.
Είναι η Ειρήνη αυτή που παραμένει έννοια απροσδιόριστη και οριακά άφταστη για το συλλογικό μας ασυνείδητο, περιορίζεται η ερμηνεία μας σε θέματα έκθεσης πανελλαδικών εξετάσεων και σε φτηνά κλισέ καλλιστείων με τα οποία πια κανένας δεν γελά.
Καλούμαστε, λοιπόν, από την αρχή να την επινοήσουμε. Να φανταστούμε λόγους να πιστέψουμε πάλι ο ένας στον άλλον, να επιστρέψουμε στην πόλη μας και να την κατοικήσουμε εκ νέου, κι ας μη θυμίζει τίποτα αυτό που ήταν σε κάθε γνωστό σε εμάς κοντινό και μακρινό παρελθόν.
Οπως η ύλη της αριστοφανικής κωμωδίας διασκευάζεται, έτσι οφείλουμε να διασκευάσουμε κι εμείς τους τρόπους που γνωρίζαμε ως τώρα για να συνυπάρχουμε, κι έτσι μόνο ίσως να μπορέσουμε να δούμε και να μάθουμε από την αρχή τη ζωή, να ορίσουμε με γνώμονα τις δικές μας ανάγκες το ποια είναι αυτή η περιβόητη Ειρήνη.
Κι αν ο Τρυγαίος έφτασε στον Ολυμπο για να τη φέρει πίσω, σήμερα άραγε ποιος από εμάς θα μπορούσε να το τολμήσει;
Κάποιος που θα είχε χρόνο γιατί δεν κάνει δυο δουλειές για να πληρώσει το νοίκι του; Αυτός που κάθε μέρα βλέπει τον κόσμο να γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενος, αλλά αρνείται να δεχτεί πως αυτή είναι η πραγματικότητα και παλεύει με νύχια και με δόντια να την αρνηθεί;
Ή μήπως είναι εκείνοι που, μέσα στη δίνη των γεγονότων, εξακολουθούν να πιστεύουν πως η σωτηρία μας μπορεί να είναι ένα αστείο, μια υπερβολή, ένα τεράστιο σκαθάρι που θα ίπταται πάνω από την Αθήνα; Ισως απλά, βέβαια, η ελπίδα μας να χάνεται, μαζί της και η ανθρώπινή μας υπόσταση.
Πάντως, εκείνες τις δύο ώρες που ακολούθησαν τη φετινή παράσταση, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, το είχα σχεδόν πιστέψει πως «αυτό που θέλει ο άνθρωπος, άνθρωπος για να γίνει» είναι απλά οι λέξεις και η μουσική των Φοίβου Δεληβοριά και Αγγελου Τριανταφύλλου.
Η κυρία Ευσταθία Παλιοτζήκα εργάζεται στον χώρο της εκπαίδευσης και των εκδόσεων. Εχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές.



