Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Η «μικρή κλίμακα» στην Επίδαυρο: Το εγχείρημα των φετινών «Τρωάδων»

Της ηθοποιού και θεατροπαιδαγωγού Αγγελικής Τόμπρου

Πώς μπορεί να υποστηρίξει το μέγεθος που απαιτεί αυτή η περιοχή του θεάτρου και πώς θα μπορούσε μια μικρή κλίμακα να σταθεί στην Επίδαυρο; Έχω αυτό το ερώτημα από τις πρώτες πρόβες καθώς παρακολουθώ τη διαδικασία των προβών της παράστασης ΤΡΩΑΔΕΣ ως συνεργάτιδα για την υποστήριξη των ανάπηρων ηθοποιών της ομάδας «Εν δυνάμει».

Ο θίασος της Ελένης Ευθυμίου έχει λίγες γυναίκες για χορό,  παιδιά, άτομα με αναπηρία, και μια ανάγνωση που παρά την ιδεολογική της τόλμη, έχει λυρική πρόθεση και  γραφή… δεν κραυγάζει. Θα τα καταφέρει;

Στη διάρκεια των προβών, η παράσταση χτίζεται ως ένα σκηνικό ποίημα, με αδιάσειστα στοιχεία που δεν μετατοπίζουν ούτε στιγμή το «εδώ και τώρα» του έργου από το σύγχρονο παρόν: το σκηνικό παραπέμπει σε σημερινή εμπόλεμη ζώνη, τα παιδιά ενός βομβαρδισμένου ιδρύματος στέκονται στις λάσπες και οι Τρωαδίτισσες βγαίνουν για να τα προστατέψουν σε μία χώρα «ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή», τσακισμένη από το «μαύρο αίμα» που αναβλύζει  από τις πληγές της – οι συμβολισμοί και οι συνειρμοί γεννιούνται και παρελαύνουν αυθόρμητα σε μια ήδη κερδισμένη ταύτιση: αυτό που βλέπω με αφορά, θα μπορούσε να είναι στη Γάζα, στο Ιράν, δίπλα μου…

Η σκηνική γραφή είναι αφαιρετική και λυρική, οι λίγες γυναίκες στέκουν συχνά ακίνητες ή αναζητούν η μια την άλλη σε μία μελέτη της κίνησης πλήθους, χωρίς χορογραφία ή αιχμηρή κινησιολογία. Και ανάμεσα τους, οι «Εν Δυνάμει» – η Θεανώ που κρατά ένα κουρελάκι, η Μαρία με το διαρκώς δακρυσμένο πρόσωπο της, ο Νίκος, η Λώξη, η Ειρήνη στο αμαξίδιο της.

Κατά τη διάρκεια της πρεμιέρας του Σαββάτου της 1ης Αυγούστου παρακολουθώ το κοινό που παρακολουθεί. Στο γεμάτο κοίλο του θεάτρου δεν κουνιέται φύλλο και σκέφτομαι με συγκίνηση «οκ, κερδήθηκε η σύνδεση, σας παρακολουθούν»… Αλλά πώς θα οδηγηθούμε στην κορύφωση της  τραγικής κλίμακας;

Ακριβώς σ΄αυτό το σημείο βρίσκεται η τομή που έγινε εκείνα τα δύο βράδια στην Επίδαυρο. Είδα την παράσταση να κερδίζει την προσοχή, να εντυπωσιάζει και να συγκινεί, προσεγγίζοντας  το τραγικό «μέγεθος» μέσα από μια απλότητα αμετάφραστη στην αναλυτική σκέψη. Εκεί που παρακολουθείς ήρεμος, κλαις χωρίς να ξέρεις γιατί – δεν είναι πάντοτε κάτι «μεγάλο» που γίνεται επί σκηνής, αλλά κάτι σε έχει ήδη συγκινήσει χωρίς να το καταλάβεις. Φαίνεται ότι η μικρή διακριτική κλίμακα του ψιθύρου συνδέεται πιο άμεσα με την κραυγή από όσο νομίζουμε… Φυσικά το έργο είχε στιβαρές κορυφώσεις και υποκριτικές που «τα σπάνε», θα τολμήσω όμως να πω ότι όλο μαζί  ήταν σαν να σου ψιθύριζε στο αυτί: «Don t you know, talking about a revolution sounds like a whisper…»

Και γνώμη μου είναι ότι αυτό το ψιθύρισμα αποκάλυψε κάτι πολύ σημαντικό για το σήμερα όπου, ενώ μαίνονται οι mega καταστροφές, οι μεγάλες αφηγήσεις σωτηρίας έχουν σωπάσει. Η εμπειρία της παράστασης μέσα σ΄αυτό τον χώρο, με πολλές χιλιάδες άτομα να παρακολουθούν κάτω από κυριολεκτική βροχή στάχτης και παρά τη δυσφορία να μην κουνιέται φύλλο, δημιούργησε κάτι μεγαλύτερο από τις καλλιτεχνικές συντεταγμένες μιας καλοστημένης παράστασης: έγινε ένα συμβάν που φωτίζει άλλα όρια στη σκηνική πράξη, δείχνοντας ότι το μικρό/ατομικό μπορεί να γίνει καθολικό/πολιτικό, όταν η  μικρή κλίμακα αποκρυσταλλώνει με απλότητα τα όρια του τι είναι ανθρώπινο (θυμίζοντας τη σκέψη της Simon Weil για την αξία της ανθρώπινης κατάστασης, η οποία αποκαλύπτεται μάλλον μέσα από τον πόνο παρά μέσα από τις θαυμαστές ιδιότητες ενός «προσώπου»).

Στη διάρκεια της παράστασης στην Επίδαυρο, η στάχτη έπεφτε βροχή, τα ΕΚΑΒ σήκωναν αθόρυβα θεατές που δυσφορούσαν για να τους δώσουν πρώτες βοήθειες, και οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν ακίνητοι με αυξανόμενη προσοχή που γινόταν κατάνυξη: μία συνωμοτική πράξη πίστης που έχουμε ξεχάσει, ή τουλάχιστον δεν ζούμε πια συχνά σήμερα στην αυγή του μετα-ανθρώπου και της επικράτειας των μηχανών.

Αν και στο θέατρο πρέπει να μεγεθύνεις για να παρασύρεις το βλέμμα κι αυτή είναι μία σύμβαση που ξέρει ο θεατής, αυτό που έγινε στην Επίδαυρο μετακινούσε συνεχώς τα όρια ανάμεσα στο μικρό και το μεγάλο, όπως κι ανάμεσα στο πραγματικό και το καλλιτεχνικό. Η στάχτη έπεφτε από πραγματικά δέντρα, ο φόνος αθώων παιδιών κι ο αθλιότερος πόλεμος μαίνονται στα αλήθεια δίπλα μας, και η ποίηση δεν γινόταν ούτε παρηγοριά ούτε επική μεγέθυνση: «Λένε θα φύγω μα εγώ τραγουδώ, είμαι εδώ, ακόμα εδώ, κι έχω τις λέξεις μου να κρατηθώ. Τίποτε άλλο, ούτε γη, ούτε ουρανό, ούτε Θεό». 

Η αναζήτηση της σκηνικής αλήθειας σε αυτήν την παράσταση φώτισε δύο σπουδαία εργαλεία. Το πρώτο αποκαλύπτει ότι το τραγικό κρύβεται τόσο στην κραυγή -στην επική αφήγηση- όσο και στο κενό πριν και μετά από αυτήν. Το θέμα είναι «τι κάνεις τις ώρες που δεν έχεις πια τη δύναμη να κλάψεις», όταν, όπως το λέει η Εκάβη, «στέγνωσαν τα δάκρυα μου»… Μεγάλο κλειδί για την πρόσληψη του τραγικού σήμερα, που αναρωτιόμαστε τι απομένει πια ως αποκλειστικά ανθρώπινη αξία.

Αυτή η αποκάλυψη της δύναμης της μικρής κλίμακας που θυμίζει τη φράση του Γ. Χειμωνά «όσο πιο προσωπικό τόσο πιο παγκόσμιο», μας κάνει να σκεφτούμε κάτι και για τη λέξη «συλλογικό» σήμερα. Γιατί μπορεί το κοινό των Τρωάδων, που άκουγε τόσο προσεκτικά και δακρυσμένο σηκώθηκε όρθιο για ώρα στο χειροκρότημα, αυτό το κοινό μπορεί, ναι, μπορεί σιωπηλά να καταλαβαίνει περισσότερα από την κραυγαλέα μάζα εξεγερμένων ή ένθερμων ψηφοφόρων και υποστηρικτών μεγάλων ιδεολογιών κοκ.  Κανείς δεν ξέρει τη δύναμη που μπορεί να εγκυμονεί η σιωπή και η «μικρή κλίμακα» των σκέψεων, των ψιθύρων, των τρυφερών βλεμμάτων και της συγκίνησης των ανθρώπων, όταν αυτή βιώνεται συλλογικά, αλλά όχι μέσα από την αυταπάτη των μεγάλων και «επικών» αφηγήσεων.

Το πρωτότυπο άρθρο https://popaganda.gr/art/theatre/i-mikri-klimaka-stin-epidayro-to-egcheirima-ton-fetinon-troadon/ ανήκει στο ΘΕΑΤΡΟ Archives – POPAGANDA .