Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Αλέξανδρος Διαμαντής: «Ο Κάφκα υπήρξε ένας από εμάς»

Γιατί επιλέξατε την Ευαγγελική Εκκλησία της Αθήνας ως τόπο παρουσίασης; Τι προσφέρει ο συγκεκριμένος χώρος δραματουργικά;

Ο Κάφκα, μαζί με τον Μούζιλ και τον Μαν, συναποτελούν, θα έλεγε κανείς, την «Αγία Τριάδα» του γερμανόφωνου μυθιστορήματος του περασμένου αιώνα. Οπωσδήποτε, σε σχέση με τους άλλους δύο, παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στο αναγνωστικό κοινό, ίσως επειδή είναι ένας συγγραφέας περισσότερο ευθύς και λιγότερο αναλυτικός απ’ ότι εκείνοι. Επίσης, είναι κατεξοχήν πρόσωπο του Μεσοπολέμου, εκφράζοντας με οξύ και συνεκτικό τρόπο τις αγωνίες εκείνης της εποχής της τόσο δυσοίωνα επίκαιρης σήμερα. Τέλος, είναι ένας Εβραίος γερμανόφωνος συγγραφέας, του οποίου δεν ήταν λίγοι οι αγαπημένοι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα ή που ακόμα κι αν διέφυγαν, οι ζωές τους διαλύθηκαν από τους ναζί. Για όλους αυτούς τους λόγους, τους πολιτισμικούς και ιστορικούς, η Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία, κτισμένη το 1933 σε στιλ Μπάουχαους, χώρος λατρείας της γερμανόφωνης κοινότητας που εντοπίζει τις ρίζες της στην Αθήνα ήδη από το Μεσαίωνα, αποτέλεσε την ιδανική τοποθεσία για αυτή την παράσταση.

Ο Κάφκα μέσα από το έργο του και ειδικότερα στην «Αποικία των Τιμωρημένων» μοιάζει σχεδόν να προοικονομεί τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία έμελλε χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατό του, να δολοφονηθούν και οι τρεις αδελφές του. Η παράστασή σας αγγίζει και το τραύμα του Ολοκαυτώματος;

Οι επιστολές καλύπτουν το διάστημα από το 1907 μέχρι το 1924, λίγες μέρες πριν από το θάνατο του Φραντς Κάφκα και εννιά χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Εντούτοις, επειδή θεώρησα αναγκαίο να υπάρχει και η καταγραφή της μοίρας της Όττλα, στην είσοδο μοιράζουμε στους θεατές μια σελίδα που περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια τις συνθήκες που οδήγησαν στη δολοφονία της το 1943 στο Άουσβιτς. Η Όττλα Κάφκα ήταν ένας ολοζώντανος και χειραφετημένος άνθρωπος και ο γενναίος και ελεύθερος τρόπος που έζησε, όπως φανερώνεται μέσα από τις επιστολές που παρουσιάζουμε στην παράσταση, υπήρξε ένα απτό παράδειγμα όλων όσα έτρεμαν και προσπάθησαν να εξαφανίσουν οι ναζί κατά τα χρόνια της μαύρης κυριαρχίας τους στην Ευρώπη. Ο τρόπος που η μικρή της ιστορία, μικρή με την έννοια της καθημερινότητας και της ησυχίας, αλέστηκε από τα σαγόνια του ναζισμού, αποτελεί ένα αξεπέραστο ιστορικό παράδειγμα για το ποιοι είναι οι κίνδυνοι που όλοι μας διατρέχουμε αν δεν ορθώσουμε εμπόδια στη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό και τη βία.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε προσωπικά στο να εξερευνήσετε τον Κάφκα αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Κατά την άποψή μου αποτελεί μια δημοκρατική στάση το να παρουσιάσουμε πόσο εύθραυστος, πονεμένος και τρυφερός υπήρξε ο εμβληματικός αυτός λογοτέχνης. Συχνά, διαβάζοντας τις επιστολές αυτές, η φωνή που αναδύεται μού θυμίζει τους φίλους μου και τους γνωστούς μου. Στο υλικό αυτό δεν βλέπουμε τον Κάφκα, το λαμπρό μυαλό που συνέγραψε τον “Πύργο” και τη “Δίκη”, αλλά τον Φραντς, που έχει αγωνία απέναντι στο θάνατο, που δεν θέλει να χωρίσει, αλλά πρέπει, που ονειρεύεται να ζήσει μιαν άλλη ζωή μακριά από την έμμισθη υποτέλεια της μικροαστικής καθημερινότητας. Άλλωστε είμαι πεπεισμένος ότι τα έργα του Κάφκα μας φαίνονται πάντοτε οικεία ακριβώς επειδή ο ίδιος υπήρξε ένας από εμάς, όχι ένας επαγγελματίας λογοτέχνης κάπως νερόβραστος, ένας διανοούμενος που κινείται σε κύκλους διανοουμένων, αλλά ένας νέος άνθρωπος που θέλει να ζήσει αλλιώτικα απ’ ό,τι ζει και που όλο εμποδίζεται, άλλοτε από τους γύρω του κι άλλοτε από τον εαυτό του”.

Νιώθετε ότι ο Κάφκα σήμερα διαβάζεται διαφορετικά απ’ ό,τι παλαιότερα, ειδικά μέσα σε ένα κλίμα πολέμου, φόβου και κοινωνικής ασφυξίας;

«Κοιτάξτε, πιστεύω βαθύτατα ότι ο Κάφκα είναι συγγενικός με την εποχή μας, με την έννοια ότι η εποχή μας είναι η συνέχιση της τρομερής βαρβαρότητας που οδήγησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μιας ατομοκεντρικής αντίληψης της ύπαρξης, που είναι επικεντρωμένη στον ανταγωνισμό και την επικράτηση. Αυτή η βαρβαρότητα, που συχνά παρουσιάζεται ως κάποιου είδους εξέλιξη, βρίσκεται στο επίκεντρο των προβληματισμών του Κάφκα: ο κοινωνικός αυτοματισμός, οι τελετές ταπείνωσης που επιβάλει μια απρόσωπη εξουσία, ο καθημερινός χαφιεδισμός δεν εξέλιπαν από την εποχή του Κάφκα μέχρι σήμερα, αντίθετα, όλα δείχνουν ότι επιδεινώθηκαν, ενισχυμένα από κατασταλτικές τεχνολογίες και κυνικά σχήματα σκέψης. Ίσως διαβάζοντας Κάφκα, θα μπορέσουμε να βρούμε τρόπους αντίστασης – βασικά το χιούμορ που θα μας επιτρέψει να κρατήσουμε με θάρρος την ψυχή μας.

Υπάρχει κάτι στο σύμπαν του Κάφκα που θεωρείτε βαθιά θεατρικό, παρότι ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ θέατρο; Είναι τελικά ο προπάτορας του θεάτρου του παραλόγου;

Ο Κάφκα υπήρξε ιδιαιτέρως θεατρόφιλος και αγαπούσε πολύ το εβραϊκό θέατρο γίντις. Τόσο στις επιστολές του προς την Οττλα, όσο και γενικά στη γραφή του, εντοπίζει ίσως κανείς μια άμεση προφορικότητα που καθόλου δεν στερείται θεατρικότητας. Περισσότερο από το θέατρο του Παραλόγου, θα έλεγα ότι σχετίζεται με την παράδοση του Καμπαρέ και του Επικού Θεάτρου του Μπρεχτ, που πρώτον υπήρξαν πολύ πιο συγγενικά με τον Κάφκα, ως γεννήματα κι αυτά του γερμανόφωνου κόσμου της κεντρικής Ευρώπης κι έπειτα επειδή στον Κάφκα υπάρχει μια αμεσότητα, που συχνά ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι ο συγγραφέας του μιλάει απευθείας, στον ενικό, κοιτώντας τον στα μάτια.

Υπήρξε κάποια φράση από αυτή την αλληλογραφία των δύο αδελφών που σας ακολουθεί ακόμη;

«Όταν είμαι μόνος μου με τον εαυτό μου, είμαι αρκετά καλά, αλλά όταν είμαι μόνος με τους άλλους, είμαι πολύ λυπημένος. Αλλά θα τα δεις και η ίδια. Έλα λοιπόν».

Αγοράστε εισιτήρια για την παράσταση «Δικός σου, Φραντς» από το InTickets.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/culture/aleksandros-diamantis-o-kafka-ypirkse-enas-apo-emas/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .