Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η Τζένη Καρέζη σε σκηνή από την ταινία «Το τρελοκόριτσο», τo 1958.
Σκηνή της ταινίας «Λόλα» του 1964, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.
«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 24.10.1969, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η Τζένη Καρέζη ανάμεσα στο κοινό της «Δίκης των 32», στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, όπου εκδικάστηκαν οι υποθέσεις βασανισμών στο ΕΑΤ-ΕΣΑ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
Η Τζένη Καρέζη ως Μήδεια στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στην παράσταση που ανέβηκε το 1985 σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη.
«Γιατί η Τζένη Καρέζη στην τελευταία δεκαετία πέτυχε το ακατόρθωτο. Να στραφεί αποκλειστικά στο δύσκολο ρεπερτόριο και να βλέπει το θέατρο γεμάτο. Εκεί απογειώθηκε», έγραφε ο Τιμογιαννάκης.
«Το να γεμίζεις το θέατρο παίζοντας μια κωμωδία είναι κάτι πράγματι ευχάριστο. Το να το γεμίζεις όμως με Ίψεν, Τσέχωφ και Άλμπυ δεν είναι απλώς ευχάριστο. Είναι μεθυστικό», είχε εκμυστηρευτεί η ίδια στον κριτικό. Και όταν εκείνος τη ρώτησε πώς το εξηγούσε, απάντησε:
«Ίσως αυτό να ζητούσε τελικά το κοινό από εμένα».
Η αντίστροφη μέτρηση
Το 1989, ενώ έπαιζε στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Όλεγκ Εφρέμοφ, εμφανίστηκε το πρώτο σοβαρό χτύπημα στην υγεία της. Η παράσταση κατέβηκε περίπου έναν μήνα νωρίτερα από τον προγραμματισμό και η Καρέζη ταξίδεψε, σχεδόν μυστικά, στο Λονδίνο:
«Επιστρέφει διατηρώντας αυτό το “μυστήριο” με τη σιωπή της. Ώσπου ξαναμιλάει θεατρικά με τον ρόλο της Ιοκάστης στον “Οιδίποδα τύραννο” στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Στούρουα.
»Η παράσταση με τα τολμηρά ευρήματα προκάλεσε αντιδράσεις έντονες στο κοινό και στις κριτικές, που τόσο την στενοχώρησαν. Τις θεωρούσε υπερβολικές αν και η ίδια είχε αντιδράσει αρνούμένη τη σκηνή όπου ο εξάγγελος κάπνιζε τσιγάρο.
»Κύκνειο άσμα η προσωπική της επιτυχία με την ερμηνεία της στο έργο “Διαμάντια και Μπλουζ”, σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου.
»Αυλαία».
Ήταν ο τελευταίος της ρόλος. Η Καρέζη αναζητούσε μια ανάπαυλα από την ασθένεια, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει στον ρόλο. Δεν πρόλαβε.
Το τελευταίο βράδυ
Το απόγευμα της Κυριακής 26 Ιουλίου, η Μελίνα Μερκούρη επισκέφθηκε τη φίλη της στο σπίτι της:
«Διαισθανόμενη το τέλος της φίλης της, η Μελίνα είπε φεύγοντας στους λίγους που είχαν προστρέξει, από διαίσθηση και αυτοί: “Νομίζω ότι είναι πολύ άσχημα. Μπορεί να μη βγάλει το βράδυ”».
Εκείνο το τελευταίο βράδυ, η Καρέζη δεν αναγνώρισε τη Μελίνα όταν έσκυψε πάνω από το μαξιλάρι της.
«Η οικογένεια πήρε το μήνυμα και βυθίστηκε στη σιωπή. Γύρω στα μεσάνυχτα, τα μεγάλα έκπληκτα μάτια της έκλεισαν για πάντα», περιέγραφε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ».
«Μόλις πρόλαβε να μας ενηλικιώσει»
«Η Τζένη Καρέζη μου τροφοδότησε τη μνήμη μου για να την περάσω τα επόμενα χρόνια. Είμαι γεμάτος από αναμνήσεις… Η παιδική μου ηλικία, η οικογένειά μου, οι καλλιτεχνικοί μου έρωτες ανάγονται σ’ αυτήν. Γύρω μας, πλάι μας, παντού».
Οι σκέψεις του Τιμογιαννάκη για τη μεγάλη ηθοποιό μοιάζουν να εκφράζουν τη φωνή μιας ολόκληρης γενιάς, η ωρίμανση της οποίας ταυτίστηκε χρονικά με τη δική της πορεία: από τη συντηρητική, μετεμφυλιακή Ελλάδα των πρώτων κινηματογραφικών της επιτυχιών στη δικτατορία και την αντίσταση και, από εκεί, στη Μεταπολίτευση και στην αναζήτηση μιας βαθύτερης, πιο απαιτητικής θεατρικής έκφρασης.
Η Καρέζη δεν έπαψε να εξελίσσεται. Μετακινήθηκε από τη δημοφιλή κωμωδία στο πολιτικό θέατρο και από την κινηματογραφική λάμψη στους μεγάλους δραματικούς ρόλους, χωρίς να χάσει ποτέ την επαφή της με το κοινό.
Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες της εποχής της, που ωρίμασε μαζί με το κοινό της και, όπως έγραφε ο Τιμογιαννάκης, μόλις πρόλαβε να το ενηλικιώσει.



