Έχω είκοσι χρόνια σχεδόν να διαβάσω τα πολύ ωραία διηγήματα του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ
Πάμε τώρα στο Μεσούγκα, που σημαίνει «τρέλα», ένα από τα τελευταία έργα του Σίνγκερ, το οποίο εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ’50, λίγα μόλις χρόνια μετά τον πόλεμο. Αφηγητής είναι ο Άαρον, μια προέκταση του ίδιου του Σίνγκερ, ένας σαραντάρης συγγραφέας και αρθρογράφος σε γίντις εφημερίδες που μετανάστευσε πριν από τον πόλεμο από την Πολωνία και τώρα ζει μοναχικά, σχετικά αποξενωμένος και συνεσταλμένος, διαρκώς αποπροσανατολισμένος, ένα ζωντανό φάντασμα που παλεύει να βγάλει νόημα από το χάος του σύγχρονου κόσμου και τις πληγές της πρόσφατης ιστορίας. Μια μέρα συναντάει τυχαία τον Μαξ, μια πληθωρική φιγούρα που θυμίζει Φάλσταφ, έναν κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερό του μπον βιβέρ, γνώριμο από τη Βαρσοβία στα χρόνια πριν τον πόλεμο, για τον οποίο ο Άαρον δεν γνώριζε καν ότι ήταν ζωντανός. Ο Μαξ είναι μια πράγματι χαρισματική φιγούρα με κωμικοτραγικά χαρακτηριστικά, το είδος του ανθρώπου που ανάβει το ένα πούρο με την καύτρα του προηγούμενου την ώρα που τρώει, με ερωμένες παντού αλλά και τη μισή του οικογένεια ξεκληρισμένη στο Ολοκαύτωμα. Είναι λες και ο ηδονισμός του αποτελεί ένα προσωπικό αντίδοτο στη φρίκη του πολέμου. Ο Μαξ γνωρίζει διάφορους γνωστούς του στον Άαρον, μεταξύ των οποίων και τη νεαρή του ερωμένη Μίριαμ, την οποία ο Άαρον ερωτεύεται σχεδόν στιγμιαία. Η Μίριαμ είναι κι αυτή ένας ενδιαφέρων μυθοπλαστικός χαρακτήρας, μία γυναίκα με μυστικά στο παρελθόν της που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη συντηρητική ηθική της εβραϊκής κοινότητας, μια γυναίκα που δεν απολογείται σε κανέναν για όσα έχει κάνει προκειμένου να επιβιώσει από τον πόλεμο. Αυτό λοιπόν είναι το τρίγωνο που βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος. Το σίγουρο είναι ότι η «τρέλα» του τίτλου είναι πανταχού παρούσα: στους φρενήρεις ρυθμούς της πόλης αλλά και της πλοκής, στη συχνά σουρεαλιστική ροπή που παίρνουν τα γεγονότα, στην αίσθηση του τυχαίου και συμπτωματικού. Όλα είναι υπερβολικά, καρναβαλικά, συνδεδεμένα με έναν παραμορφωτικό ενισχυτή που προσδίδει μια αίσθηση γκροτέσκου. Κι όμως, η πραγματικότητα που θέλει να αποτυπώσει ο Σίνγκερ δεν ήταν και τόσο διαφορετική, ιδιαίτερα για τους Εβραίους την περίοδο μετά τον πόλεμο. Διασκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, όσοι είχαν επιβιώσει από την Ευρώπη συνέρρεαν αργά ή γρήγορα είτε στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ είτε, κυρίως, στην Αμερική και φυσικά τους δρόμους της Νέας Υόρκης. Τραύματα του παρελθόντος και ευκαιρίες για μια καινούρια ζωή στο μέλλον στροβιλίζονταν προκαλώντας μια ζαλάδα. Μέσα σε όλα αυτά ελλόχευε ο κίνδυνος της αμφισβήτησης των πάντων και άρα των ιερών και των οσίων της εβραϊκής ταυτότητας. Όπως και στο εύστοχο σχέδιο του εξωφύλλου που μου θυμίζει λίγο την παραισθησιογόνα χροιά του Σαγκάλ, έτσι και στην πλοκή του Μεσούγκα υπάρχει μια αίσθηση του μη πραγματικού, του ονειρικού, του χαοτικού, μιας πραγματικότητας που πας να την αρπάξεις και αποδεικνύεται ρευστή γλιστρώντας από τα χέρια σου. Το σίγουρο είναι ότι η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Σίνγκερ με κάνει να θέλω να τον ανακαλύψω εκ νέου.
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο
ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός
. 
