
Σε μια πολυτελή βίλα κάτω από τον ήλιο της Καταλονίας, τέσσερα αδέλφια αμερικανικής καταγωγής ζουν με τον τυφλό πατέρα τους, απομονωμένα από τον υπόλοιπο κόσμο, απολαμβάνοντας μια αμύθητη περιουσία από κληρονομιά της χαμένης υπό περίεργες συνθήκες μητέρας τους, η οποία τους εξασφαλίζει για το υπόλοιπο του άχρηστου βίου τους.
Καθώς παρακολουθούσα το «Κλάδεμα της Τριανταφυλλιάς» σκεφτόμουν τον Ευθύμη Φιλίππου να χύνει (ουχί ως ένδειξη καυλωτικού αυτοθαυμασμού) πάνω σε σελίδες με σημειώσεις για σκηνές που δεν μπήκαν ποτέ στο σενάριο του «Κυνόδοντα», να… κολλάνε μεταξύ τους δίχως κάποια (οποιαδήποτε) άλλη «σύνδεση» και να τις παραδίδει στον Καρίμ Αϊνούζ για να γυρίσει τούτο το φιλμ.
Ας μην κατηγορούμε (μονάχα) τον Καρίμ Αϊνούζ επειδή δεν είναι Γιώργος Λάνθιμος! Ας το κάνουμε, όμως, επειδή πήρε αυτές τις… σκηνές που σκαρφίστηκε ο Φιλίππου και ως σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρθηκε καν να παρατηρήσει πως από το όλο φιλμικό project του απουσιάζει ένας σαφής σεναριακός σκελετός, που δεν βρίσκει ικανοποιητική δικαιολογία μέσω του «ευρήματος» της έμπνευσης της ιστορίας από την ταινία «Οι Γροθιές στην Τσέπη» (1965) του Μάρκο Μπελόκιο.
Μοιάζοντας με απόπειρα «αντίλογου» επάνω στα συστατικά του «Κυνόδοντα», ο Αϊνούζ δίνει μεγαλύτερη ισχύ εξουσίας στα παιδιά της οικογένειας του Πατέρα και μέσω αυτών σχολιάζει την πατριαρχία, τον πλούτο, την καταπίεση και την παρακμιακή κληρονομικότητα του δυτικού πολιτισμού, αλλά μ’ έναν τρόπο που φωνάζει «αλληγορία», σε αυτάρεσκο στυλιζάρισμα τύπου διαφημιστικών spots για μεγάλους οίκους μόδας, ενώ κατά βάθος φαντασιώνει πως αναπαριστά σουρεάλα μπουνιουελικής ταυτότητας για την έννοια της δυσλειτουργικής οικογένειας! Το αποτέλεσμα είναι γελοιωδέστατα ασθενικό (και ντροπιαστικό), όπως και να το πάρεις.
Weird συμπεριφορές, προκάτ καταστασιακά «οικογενειακής διαστροφής» και μια διάθεση οδύνης ανυπόφορης που μαστίζει (οϊμέ!) την πλουτοκρατία, σερβιρισμένα σε θαυμαστά σε χρωματικούς τόνους κάδρα, και μια χυσιά από σπέρμα πάνω σε τριανταφυλλιές που δεν «κλαδεύονται» από τις οργισμένες «αναρχο»-ατάκες (και το αφόρητο voice-over) του σεναρίου, ως σύνολο καταλήγουν ν’ ανήκουν σε μια ταινία που σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις «κόψτε την πόζα!» παρά να μειδιάσεις, απορώντας για το απίστευτο καστ των πρωταγωνιστών που κάποιος (πολύ μάγκας) ατζέντης έπεισε να συμμετάσχουν, μάλλον υποσχόμενος σημαντική φεστιβαλική καριέρα. Σημεία των («art-house») καιρών…
Υ.Γ. Αχ, βρε Εντ, δεν πρόλαβες να χαρείς και τον πούτσο του Γιώργου…


