Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Στο Όρεγκον του 1933, ένας άδικα φυλακισμένος πατέρας μικρού κοριτσιού αναγκάζεται να ηγηθεί αποστολής μεταφοράς χρυσού με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Η διαδρομή μέσα από τα παρθένα δάση δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, εν τούτοις, η αγκαλιά του παιδιού του που αχνοφαίνεται στο τέλος του δρόμου τον οπλίζει με αποφασιστικότητα.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Αμερικανού Παντράικ ΜακΚίνλεϊ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο «ανδρικό» σινεμά παλαιάς κοπής και στο οικογενειακό δράμα εποχής. Το σεναριακό βάρος πέφτει ολοφάνερα στην πρώτη συνθήκη, με τη δεύτερη να χρησιμοποιείται ως ο μοχλός που την θέτει σε κίνηση. Το αποτέλεσμα προκύπτει άνισο, καθώς ως περιπέτεια επιβίωσης διαθέτει ελάχιστο σασπένς και μηδαμινές εκπλήξεις, ενώ ως δράμα, είτε αναφορικά με τη σχέση πατέρα και κόρης είτε σε ό,τι αφορά το υπαρξιακό της όλης περιπλάνησης στο δάσος, προκύπτει ως ρηχό συμπλήρωμα του συνόλου.

Μοιάζοντας λες και το «Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε» (1948) να συνάντησε «Το Μεροκάματο του Τρόμου» (1953) στον καιρό της Μεγάλης Ύφεσης, το στόρι συστήνει τον Σάμουελ, έναν βετεράνο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω της ανέχειας μπλέκει σε καυγά με αστυνομικό, μπαίνοντας δίχως δεύτερη κουβέντα στη φυλακή και κινδυνεύοντας έτσι να χάσει οριστικά την επιμέλεια της κόρης του. Στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας όπου στέλνεται κερδίζει (χάρη στις μηχανικές του γνώσεις) την εύνοια του αινιγματικού Διευθυντή Κλάνσι, ο οποίος σύντομα του αμολάει το παραμύθι: επειδή ο Πρόεδρος Ρούζβελτ πρόκειται να κρατικοποιήσει όλα τα αποθέματα χρυσού, ένας φίλος του πρέπει να βγάλει άμεσα από τη χώρα τις περίπου εκατό μπάρες που έχει στην κατοχή του από τη φλέβα που έχει χτυπήσει. Το μόνο που ο Σάμουελ πρέπει να κάνει είναι να διαλέξει τρεις συγκρατούμενούς του, να φορτωθούν όλοι μαζί τον χρυσό και μετά από (αυστηρή) διορία πέντε ημερών πεζοπορίας στο δάσος να φτάσουν στο σημείο συνάντησης ώστε να τον παραδώσουν.

Η κεντρική ιδέα διαθέτει τη δυναμική τόσο μας καθαρόαιμης περιπέτειας, όσο και μιας κοινωνικής αλληγορίας για την εξαθλίωση του ανθρώπου, που ειδικά στην εποχή της Ύφεσης είχε πιάσει πάτο. Επειδή, λοιπόν, ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται, ο Σάμουελ δεν διακρίνει κάτι το παράτολμο ή το πονηρό στην όλη δουλειά που του προτείνεται, αλλά βλέπει στην όλη φάση τη νόμιμη αποφυλάκισή του, καθώς και (σε δεύτερο επίπεδο) την κόρη του να τον περιμένει πίσω με λαχτάρα. Παρά τις γεμάτες πέντε μέρες που οι κρατούμενοι με τους δύο σκληρούς συνοδούς τους περνούν μέσα στην άγρια Φύση, οι περιφερειακοί γύρω από τον Σάμουελ χαρακτήρες παραμένουν περισσότερο διακοσμητικά στοιχεία της πλοκής, ωσάν πιόνια που οφείλουν να υπάρχουν όχι γιατί είναι απολύτως απαραίτητα, αλλά για να τσουλήσει το όλο στόρι.

Ως εκ τούτου, οι ανατροπές είναι μάλλον ανύπαρκτες (ακόμα και οι φάτσες των ηθοποιών των δεύτερων ρόλων καρφώνουν… ποιος θα πάθει τι!), με τον ΜακΚίνλεϊ να επιχειρεί ν’ αντισταθμίσει την κλισεδιάρικη γραφή του σεναρίου με σποραδικές δόσεις αγωνίας. Το πετυχαίνει σε δύο τουλάχιστον σεκάνς (στην κρεμαστή γέφυρα και σ’ εκείνη της βουτιάς στο ποτάμι), διανθίζοντας (ελαφρά) την πλοκή με έναν «αόρατο» κίνδυνο που φέρνει στον νου κάτι από… ημιτελές «Όταν Ξέσπασε η Βία» (1972). Το βαυαρικό τοπίο όπου (παραδόξως) πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα διαθέτει ισάξια υποβλητική ομορφιά μ’ εκείνη των παρθένων δασών της βορειοδυτικής Αμερικής, ποζάροντας με άνεση ως Όρεγκον (αν και φαντάζομαι πως οι καλοί γνώστες βοτανικής όλο και θα διακρίνουν τις σχετικές διαφορές)! Το γερό χαρτί του φιλμ, εν τούτοις, αποδεικνύεται πως είναι ο πρωταγωνιστής του, με τον Ίθαν Χοκ να περνά εσχάτως την πιο ώριμη φάση της καριέρας του, εκπέμποντας ως Σάμουελ εσωτερική ευαλωτότητα, βουβή απελπισία, αλλά και τολμηρή αποφασιστικότητα. Από την άλλη, ο Ράσελ Κρόου έχει περιορισμένο χρόνο εμφάνισης, αλλά εμφανέστατα το διασκεδάζει ως ο ασαφών προθέσεων Διευθυντής των φυλακών.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/the-weight/ ανήκει στο FreeCinema .