
Η κότα το ‘σκασε. Και προσπαθεί εναγωνίως… να γίνει μάνα!
Η πιο ελληνική ταινία που έχουμε δει εδώ και… αρκετά χρόνια έχει σκηνοθετηθεί από έναν (πάλαι ποτέ φεστιβαλικό) Ούγγρο δημιουργό και πρωταγωνιστεί μια… κότα! Οι δικοί μας να τα βλέπουν αυτά, που δεν έχουν ίχνος φαντασίας σεναριακά (για να μην πιάσω στο στόμα μου τα «ταλέντα» που θέλουν να βρίσκονται και πίσω από τις κάμερες!).
Από την παραγωγή (επώαση αυγού σε εργοστασιακή μονάδα) μέχρι τη μελλοντική κατανάλωση (προς σφαγή, δηλαδή), παρακολουθούμε τη σύντομη πορεία του βίου μιας κότας, ο οποίος… ανατρέπεται μέσω της αναπάντεχης φυγής της κατά τη διάρκεια μεταφοράς των ζωντανών, με αρχική στάση ένα επαρχιακό βενζινάδικο και τον πρώτο της ουσιαστικό αγώνα για επιβίωση, αντιμετωπίζοντας μια πεινασμένη αλεπού. Ξεπερνώντας κάμποσα ανθρώπινα εμπόδια, έως και τα δόντια ενός κυνηγόσκυλου, θα καταλήξει σε μια παρακμιακή ταβέρνα, ο ιδιοκτήτης της οποίας θα τη συμπαθήσει και θα την προστατεύσει, εντάσσοντάς την ως νέο μέλος στο κοτέτσι του.
Όλα αυτά μέσω του point of view της κότας, η οποία σταδιακά αποκτά κυριολεκτικά χαρακτηριστικά κινηματογραφικής ηρωίδας, ανακαλύπτει τον έρωτα (ξεκαρδιστική η σεκάνς με υπόκρουση την «Επίσημη Αγαπημένη» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση!), μαθαίνει τι θα πει ιεραρχία και ανταγωνισμός από την ίδια της τη ράτσα και… δεν την παλεύει όταν το όνειρο της μητρότητας ακυρώνεται από το νέο της αφεντικό που βουτάει κάθε αυγό της για… την όρεξή του!
Γεμάτη αλληγορικά σχόλια για την κοινωνία μας και τους ταξικούς αγώνες της, η «Κότα» του Γκιόργκι Πάλφι κερδίζει το αφηγηματικό της στοίχημα, παρασύροντας τον θεατή που θα αισθανθεί τον ψυχισμό της ηρωίδας του φιλμ και θα νοιαστεί πραγματικά για την επιβίωσή της, περνώντας μέσα από αλλεπάλληλες κακοτοπιές οι οποίες συχνά παραλληλίζονται με τα βιώματα της ανθρώπινης ζωής. Παραδόξως, το πιο αδύναμο στοιχείο της ταινίας (που της στερεί πόντους, ατυχώς) είναι… ο ανθρώπινος παράγοντας! Οι διαπροσωπικές σχέσεις των χαρακτήρων που ζουν στην ταβέρνα (και στο σπιτικό τους από πάνω) και οι διάφορες υποπλοκές (παράνομης δράσης, με αχρείαστη υπερβολή το θέμα των λαθροδιακινητών) που συνοδεύουν τις δραστηριότητες και τις εμπειρίες της κότας όχι απλά δεν παρουσιάζουν σοβαρό ενδιαφέρον σεναριακά, μα κάνουν και τους ηθοποιούς να δείχνουν πως παίζουν χειρότερα από το ζωντανό (επί της ουσίας, δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα μία κότα, αλλά… οκτώ εκπαιδευμένες – και δύο κόκορες – οι οποίες έκαναν κι από κάτι διαφορετικό μπροστά από τις κάμερες!).
Ίσως θα ήταν προτιμότερο να μην υπάρχουν καθόλου ανθρώπινοι διάλογοι και παράλληλη εστίαση στην καθημερινότητα των ανθρώπων της ταβέρνας, όμως, έστω κι έτσι, η «Κότα» αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη της ελληνικής παραγωγής, με δημιουργικής σύλληψης χείρα βοηθείας από τα ξένα.


