
Πάμπλουτη μαντάμ, ιδιοκτήτρια της μεγαλύτερης εταιρείας καλλυντικών στον κόσμο δείχνει (άξαφνα) ν’ απολαμβάνει την παρέα ενός αμφιβόλου ηθικής φωτογράφου, χαρίζοντάς του ακριβά δώρα και σημαντικά χρηματικά ποσά. Η οικογένειά της και κυρίως η κόρη της προσπαθούν να τη συνεφέρουν, αλλά μάταια. Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα.
Το «Σκάνδαλο Μπετανκούρ» εκτυλίχθηκε στη Γαλλία κυρίως μεταξύ 2007 και 2013, όταν η κόρη της ιδιοκτήτριας του παγκόσμιου κολοσσού L’Oréal κατέθεσε μήνυση εναντίον του φωτογράφου Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ, κατηγορώντας τον για «εκμετάλλευση αδυναμίας» της ηλικιωμένης (και πάσχουσας από άνοια) μητέρας της, Λιλιάν Μπετανκούρ. Εντός μιας δεκαετούς περίπου περιόδου, ο Μπανιέ είχε καταφέρει (σύμφωνα με την κατηγορία) ν’ αποσπάσει από την «πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο» δώρα και μετρητά αξίας σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου ευρώ! Η υπόθεση δεν περιορίστηκε σε στενό οικογενειακό πλαίσιο, καθώς το 2010 απέκτησε τη μορφή τεράστιου οικονομικού και πολιτικού σκανδάλου. Μέσω αρχείου ηχογραφήσεων που διατηρούσε ο πιστός butler της έπαυλης Μπετανκούρ (!), αποκαλύφθηκε πως όχι μόνο έπαιζε τεράστια φοροδιαφυγή για την φαμίλια μέσω κρυφών λογαριασμών σε τράπεζες της Ελβετίας, αλλά (ακόμη χειρότερα) προέκυψε και εμπλοκή του Υπουργού Εργασίας του τότε κυβερνώντος κεντροδεξιού κόμματος UMP, ο οποίος φερόταν να λαμβάνει από τη μαντάμ Μπετανκούρ φακέλους γεμάτους ζεστό χρήμα ως συνεισφορά, εν όψει της προεκλογικής εκστρατείας του Νικολά Σαρκοζί για τις προεδρικές εκλογές του 2007!
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τιερί Κλιφά σαφέστατα εμπνέεται από όλα αυτά (άλλωστε, το αναφέρει πλαγίως και στην κάρτα που πέφτει στο ξεκίνημα), πλην όμως, για λόγους που υποθέτω μπορούν να χαρακτηριστούν ευνόητοι (όπως, λόγου χάρη, συνέβη στο δικό μας «Λούγκερ»), η ταινία του αποτελεί ένα άτυπο ιστορικό της υπόθεσης, καθώς όλα τα ονόματα είναι αλλαγμένα (οι Μπετανκούρ λέγονται Φαρέρ, ο φωτογράφος Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ έχει γίνει Πιερ-Αλέν Φαντέν και ούτω καθεξής). Εκείνο που δεν είναι και τόσο ευνόητο είναι η επιλογή να μεταφερθούν τα γεγονότα κάποια χρόνια πίσω και να τοποθετηθούν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, επί προεδρίας Φρανσουά Μιτεράν! Η απόφαση φαντάζει ακατανόητη, πόσω μάλλον όταν το πολιτικό σκέλος του σκανδάλου διόλου αφορά την σεναριακή προσέγγιση. Εκτός πια κι αν ο μεσιέ Κλιφά ήθελε να υπενθυμίσει την εμπλοκή του Μιτεράν με την προδοτική κυβέρνηση του Βισί, «παντρεύοντας» τη συνθήκη με τον Εβραίο σύζυγο της κόρης Φαρέρ, θεωρώντας τούτο τον συνδυασμό πιο αβανταδόρικο σε σχέση με την εισροή μαύρου χρήματος στα ταμεία των κομμάτων.
Αφαιρώντας τις ευρύτερες οικονομικοπολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης, η μοναδική παράμετρος του σκανδάλου που απομένει στο σενάριο είναι η στενά οικογενειακή. Η φιλική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μαντάμ Φαρέρ και τον ανοιχτά ομοφυλόφιλο (το διευκρινίζω διότι υπάρχει στο στόρι σαφές υπονοούμενο «ντουλαπάτης» ομοφυλοφιλίας από πλευράς συζύγου Φαρέρ) φωτογράφο Φρανσουά πλασάρεται ως απάλευτη σαπουνόπερα πολυτελείας, από την οποία η μόνιμη επωδός που δύναται να προκύψει είναι κάτι σαν… «κοίτα, ρε, κάτι προβλήματα που έχουν οι πλούσιοι!». Η πάμπλουτη Μαριάν Φαρέρ παρουσιάζεται ως μια γυναίκα που τα έχει τετρακόσια (το θέμα της άνοιας δεν παίζει καθόλου εδώ…) και επειδή γενικώς βαριέται μοιάζει να απολαμβάνει την παρέα του έξω καρδιά καινούργιου της φίλου, χαρίζοντάς του απλόχερα… επιταγές. Το θέμα, βέβαια, είναι πως ο περί ου ο λόγος μεσιέ Φαντέν είναι (όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται εδώ) ένας γλοιώδης και άξεστος τύπος, που η απορία την οποία δημιουργεί δεν έχει να κάνει με την μπαγαποντιά του αλλά με το πως δεν τον πέταξαν με τις κλωτσιές έξω από την έπαυλη πέντε λεπτά αφότου πάτησε το πόδι του σ’ αυτήν! Η ερμηνεία του Λοράν Λαφίτ στέκει ως μνημείο υπερβολής και εκκεντρικότητας (συγκριτικά, αντίστοιχοι «κραχτοί» χαρακτήρες σε ταινίες του Αλμοδόβαρ φαντάζουν πως έχουν πάρει Valium!), κινούμενη στον αντίποδα της απαθούς μανιέρας της Ιζαμπέλ Ιπέρ, η οποία (εδώ και χρόνια) ό,τι ρόλο και να κληθεί να υποδυθεί τον φέρνει εις πέρας με… τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Σύμφωνα με την «Πιο Πλούσια Γυναίκα στον Κόσμο», το αντίδοτο στη βαρεμάρα είναι η χυδαιότητα, καθώς αυτό είναι το στοιχείο που λείπει από τον αποστειρωμένο κόσμο της Μαριάν Φαρέρ. Ατυχώς, αντίδοτο στην ανυπόφορη υστερία και τη σεναριακή ένδεια δεν φαίνεται να υπάρχει, παρασύροντας τούτη την άτυπη βιογραφία στην πλήρη αδιαφορία.


