
Πολυμελής οικογένεια Ρουμάνων εγκαθίσταται σε απομονωμένο νορβηγικό χωριό αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Μια παρεξήγηση (δήθεν) κακοποιητικής συμπεριφοράς προς τα ανήλικα τέκνα τους θα φέρει τους Γκεοργκίου αντιμέτωπους με την Πρόνοια, ενώ ακολουθούν ακόμη πιο δυσάρεστα βιώματα καθώς πρόκειται να ελεγχθούν από το τοπικό δικαστικό σύστημα.
Ο άνθρωπος που έγραψε αυτό το σενάριο μόνο ηλίθιος μπορεί να χαρακτηριστεί! Κι όλο αυτό συμβαίνει στο φιλμ που είναι… «προορισμένο να σαρώσει κάθε βραβείο που υπάρχει» φέτος μέχρι τις αρχές του επόμενου χρόνου, ξεκινώντας από τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών! Θα έλεγα κάτι (και) για την κατάντια των φεστιβαλικών βραβείων σήμερα, αλλά θα προσπαθήσω να μη χρησιμοποιήσω το υβρεολόγιο το οποίο θα άρμοζε σε ένα τόσο πραγματικά κακό έργο όσο το «Φιόρδ», σε σκηνοθεσία και σενάριο του… και στο παρελθόν (το 2007) τιμημένου με Χρυσό Φοίνικα Ρουμάνου «δημιουργού» Κριστιάν Μουνγκίου.
Με το «άλλοθι» της νορβηγικής καταγωγής της συζύγου του, ο συντηρητικός πατριάρχης Μιχάι Γκεοργκίου παίρνει την οικογένειά του από τη Ρουμανία και μετακομίζουν σε μια επαρχιακή και παγωμένη σε κλίμα πόλη της βόρειας Ευρώπης. Έχουν πέντε στόματα να θρέψουν και η νέα πατρίδα τους δείχνει πιο υποσχόμενη από αυτό που άφησαν πίσω τους. Βαθιά θρησκευόμενοι ως ακόλουθοι του Πεντηκοστιανισμού, ο Μιχάι και η Λίζμπετ τηρούν κάποιες παραδόσεις που οι καινούργιοι συμπολίτες τους δεν κατανοούν (ή και αρνούνται να δεχτούν), κυρίως σε σχέση με τα πέντε παιδιά τους (εκ των οποίων το ένα είναι νεογέννητο). Το YouTube είναι άγνωστη λέξη, το διαδίκτυο και η χρήση κινητών τηλεφώνων είναι σχεδόν απαγορευμένα και η πειθαρχεία είναι καταναγκαστική, σε βαθμό να υπάρχουν και αυστηρές τιμωρίες όταν ο γονιός αισθάνεται πως καταπατήθηκαν κάποια όρια και υπήρξε ανυπακοή. Σε κάποιες περιπτώσεις τιμωρίας, δε, ο Μιχάι χειροδικεί «ελαφρά», όπως θα δηλώσει ως κατηγορούμενος σε ένα δικαστήριο αρκετά αργότερα.
Τα μεγαλύτερα (έφηβα) παιδιά του ζευγαριού θα αντιμετωπίσουν κάποιες δυσκολίες με την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον, με την κόρη να αποκτά δεσμούς φιλίας με συνομήλικη γειτόνισσά της που θα προκαλέσουν έριδες και τσακωμούς ανάμεσα σε κορίτσια τα οποία δεν βλέπουν με καλό μάτι την «ξενόφερτη». Όταν μία καθηγήτρια θα παρατηρήσει μώλωπες στο σώμα της Έλια, θα καλέσει την Πρόνοια και ξαφνικά η οικογένεια θα κριθεί κοινωνικά ως «επικίνδυνη», φτάνοντας στο ενδεχόμενο να χάσει τα παιδιά της, τα οποία θα διεκδικήσει μέσω δικαστικού αγώνα, ελπίζοντας να βρει το δίκιο της.
Το «Φιόρδ» μέχρι ενός σημείου μπορεί να γίνει αποδεκτό σαν μια ιδιαίτερα κυνική αλληγορία κατά της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ψευδούς μύθου μιας «Γης της Επαγγελίας» που ουσιαστικά καμία σχέση δεν έχει με το δημοκρατικό πολίτευμα και τις ελευθερίες του πολίτη, όσο και να υπερασπίζεται την κάθε ανοησία «πολιτικής ορθότητας». Ο Μουνγκίου οριακά λαϊκίζει όταν η Λίζμπετ χάνει έως και το δικαίωμα να θηλάζει το βρέφος της, ενώ παράλληλα η (δήθεν ανεξάρτητη του κράτους) Πρόνοια έχει ήδη βρει θετή μητέρα γι’ αυτό. Οι όροι του μελοδράματος τραβιούνται από τα μαλλιά ώστε ο θεατής να υποστηρίξει με θέρμη τον αγώνα τον γονιών και να τους υπερασπιστεί νοητά, όμως, ο Μουνγκίου δυναμιτίζει κάθε πρόθεση θετικής ταύτισης μαζί τους (και πρωτίστως με τον Μιχάι) όταν το ζευγάρι καταλήγει στα δικαστήρια.
Οι ακρότητες που βιώνουν ο Μιχάι και η Λίζμπετ «χαϊδεύουν» το συναίσθημα του θεατή, όμως, το σενάριο του «Φιόρδ» οδηγεί σε αμφιλεγόμενες εκτροπές που «δικάζουν» και τις δύο αντίπαλες πλευρές, με έναν τρόπο που σε απωθεί από το να παρακολουθείς το έργο με ψυχραιμία! Ο πατέρας βρίσκει σύμμαχους στο πρόσωπο ενός λαϊκού όχλου… ακροδεξιών πατριωτών, έχοντας κινητοποιήσει τα media ώστε να δημιουργηθεί ντόρος σε ολόκληρη την Ευρώπη και όταν έρχεται η ώρα να καταθέσει στο δικαστήριο, πραγματικά, θες να πιάσεις… τομάτα και κάθε είδους ζαρζαβατικό για να του τα πετάξεις στα μούτρα (στο παράδειγμα της οπτικής του θεσμού της «παραδοσιακής οικογένειας» βγαίνεις και από τα ρούχα σου)!
Το «Φιόρδ» διχάζει άσχημα (αν όχι επικίνδυνα), θεωρώντας πως κρίνει διαφορετικές αντιλήψεις για την οικογένεια, τη θρησκεία, την ελευθερία και την κοινωνική ανοχή, θέτει προφάσεις ρατσισμού δίπλα στο «ζύγισμα» των ορίων της οικογενειακής εξουσίας, στο δικαίωμα μιας κοινωνίας να επεμβαίνει στους κανόνες ανατροφής που έχει θέσει μία οικογένεια για τα παιδιά της και στο πόσο εύκολα η «ανεκτικότητα» του δικαίου μετατρέπεται σε ένα σκληρό σύστημα επιτήρησης (και απολυταρχίας). Επί της ουσίας, όλοι είναι χαμένοι! Και η παρεμβατικά «κακιά Ευρωπαϊκή Ένωση» και οι «καθυστερημένα» παρεμβατικοί και διόλου φιλελεύθεροι γονείς, οι οποίοι κάποια στιγμή θα σκαρφιστούν τη φυγή τους και την επιστροφή στη μαμά Ρουμανία, ως μοναδική ελπίδα λύτρωσης. Αλλά… ουπς! Που ακριβώς ανήκει (και) η Ρουμανία, ρε παιδιά; Στην… «καλή Ευρωπαϊκή Ένωση»;


