Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

BEAST

Πρώην πρωταθλητής boxer και νυν ψαράς οικογενειάρχης ενεργοποιείται από πολλαπλά κίνητρα και υποκύπτει στην πρόκληση ενός τελευταίου αγώνα για το παγκόσμιο πρωτάθλημα Mixed Martial Arts.

Ο κόσμος του επαγγελματικού box υπήρξε πάντοτε ένας εντελώς ξεχωριστός αθλητικός κόσμος, όπου το τρίπτυχο ΔΤΑ (Δύναμη, Τεχνική, Αντοχή) δεν αρκεί ποτέ από μόνο του. Απαιτείται προσήλωση, σχεδόν εμμονική πώρωση, αλλά και μια παράξενη ικανότητα συμφιλίωσης με τον πόνο, τους τραυματισμούς και τη σταδιακή φθορά του σώματος. Το «Beast» του Τάιλερ Άτκινς ακτινογραφεί ακριβώς αυτό το περιβάλλον των ανθρώπων που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το σώμα τους σαν τελευταίο εργαλείο επιβίωσης, ακόμη κι όταν αυτό έχει αρχίσει προ πολλού να καταρρέει.

Η αλήθεια είναι πως πάντα προσομοίωνα τις ταινίες box με τις ταινίες… χορού. Όχι μόνο εξαιτίας της σχεδόν χορογραφημένης κίνησης των σωμάτων μέσα στο ring, αλλά κυρίως λόγω της ίδιας της δραματουργικής τους κατασκευής. Έναν απλό και σχετικά ευκολόπεπτο αφηγηματικό κορμό, με προγραμματισμένες ανατροπές, που κινείται σχεδόν με τη ρυθμικότητα ενός φυσιολογικού καρδιογραφήματος. Οι κορυφές των παλμών εμφανίζονται σταθερά σε προβλέψιμα χρονικά διαστήματα, με τις ήττες, τις επιστροφές, τις συγκρούσεις και τις τελικές αναμετρήσεις να λειτουργούν σαν αναπόφευκτοι σταθμοί μιας προ-κατασκευασμένης διαδρομής. Και πάνω από όλους αυτούς τους κινηματογραφικούς απογόνους, εξακολουθεί να πλανάται η σκιά του Σιλβέστερ Σταλόνε και του Ρόκι Μπαλμπόα, ενός χαρακτήρα που κατάφερε να μετατρέψει την εργατική φθορά, την ήττα και την επιμονή σε σχεδόν παγκόσμιο κινηματογραφικό σύμβολο. Από εκεί κι έπειτα, οι περισσότεροι εκκολαπτόμενοι ήρωες του είδους αποτελούν τα μακρινά περιφερειακά του εγγονάκια…

Το «Beast» ακολουθεί αρκετές από τις γνώριμες και χιλιοειπωμένες διαδρομές. Έναν χαρακτήρα που έχει εγκαταλείψει το παρελθόν του, έναν άνδρα που προσπαθεί να αφοσιωθεί στην οικογένειά του και μια σειρά από κίνητρα που ενεργοποιούν ξανά την επιστροφή στο ring και την εκ νέου άσκηση της βίας. Η οικονομική ασφυξία φυσικά λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, όμως, εδώ το σενάριο φροντίζει να μην περιοριστεί μόνο σ’ αυτήν. Οικογενειακές εκκρεμότητες, ενοχές, προσωπική φθορά, χαμένες ευκαιρίες και η ανάγκη ενός τελευταίου κεφαλαίου ζωής δημιουργούν έναν πυκνότερο δραματουργικό ιστό, που επιτρέπει στην ταινία ν’ αποκτήσει μεγαλύτερο όγκο, περιορίζοντας αρκετά κάθε περιττό θόρυβο.

Παράλληλα, ο Ράσελ Κρόου και ο Ντάνιελ ΜακΦέρσον κινούνται ισορροπώντας πάνω στα ίσαλα ενός βαθιά βιομηχανικού περιβάλλοντος, όπου άνθρωποι βγάζουν χρήματα από τη φθορά, τον πόνο και τη βία των άλλων, αδιαφορώντας σχεδόν πλήρως για τις συνέπειες που μπορεί ν’ αφήσει αυτός ο κόσμος πάνω στην υγεία και στα διαλυμένα σώματα των αθλητών του. Η κάμερα του Άτκινς επιλέγει να μην ωραιοποιήσει σχεδόν τίποτα, κινηματογραφώντας με ωμή φυσικότητα κάθε χτύπημα, κάθε τραυματισμό και κάθε στιγμή σταδιακής κατάρρευσης, ακολουθώντας το σώμα σαν πεδίο σύγκρουσης που φθείρεται όλο και περισσότερο, όσο η ανάγκη επιβίωσης το σπρώχνει ξανά πίσω στη βία. Και κάπου εκεί, το «παλιό σώμα» που επιστρέφει στο ring μοιάζει να κουβαλά πάνω του πολύ περισσότερες ήττες απ’ όσες μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει.

Από όλους τους χαρακτήρες της ταινίας, ο πιο καταραμένος μοιάζει τελικά να είναι ο Σάμι, ο πρώην προπονητής του Πάτον και πατέρας της νυν προπονήτριάς του, ένας άνθρωπος που κουβαλά πάνω του ολόκληρη τη φθορά αυτού του κόσμου, σαν ζωντανό αποτύπωμα όλων όσοι αφιέρωσαν τη ζωή τους σ’ ένα άθλημα που ανταμείβει ελάχιστους και διαλύει σχεδόν τους πάντες.

Το «Beast» παραμένει μέχρι τέλους μια άκρως προβλέψιμη ταινία, χωρίς ιδιαίτερες αφηγηματικές εκπλήξεις. Ταυτόχρονα, όμως, διαθέτει αρκετό θέαμα, πολύ ξύλο και μια ειλικρίνεια απέναντι στη σωματική φθορά που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Κάπου εκεί, πίσω από τις γροθιές, τις ήττες και τις επιστροφές, παραμένουν ζωντανά τα λόγια του Σάμι: ο χρόνος δεν είναι εμπόρευμα. Ο άνθρωπος διαθέτει μονάχα στιγμές και αναμνήσεις – κι αν δεν αρπάξει τη στιγμή όταν αυτή περάσει από μπροστά του, δεν θ’ αποκτήσει ποτέ την αντίστοιχη ανάμνηση. Κάτω από αυτή τη σκέψη, λοιπόν, η υπέροχη μπαλάντα «The Beast In Me» (σε στίχους, μουσική και ερμηνεία του Κρόου) που συνοδεύει τους τίτλους τέλους ακούγεται σαν ένας ήσυχος αποχαιρετισμός όλων εκείνων των σωμάτων που έμαθαν να επιβιώνουν μόνο μέσα από τη βία.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/beast-2026/ ανήκει στο FreeCinema .