Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΗΤΗΣ

Επιτυχημένος συγγραφέας, ο οποίος προσπαθεί να ολοκληρώσει το νέο του βιβλίο αλλά οι πολλές τηλεφωνικές υποχρεώσεις του τρώνε πολύτιμο χρόνο, προσλαμβάνει έναν μίμο ώστε να απαντά τις διάφορες κλήσεις ωσάν να είναι αυτός! Σταδιακά, όμως, η «ρέπλικά» του μπαίνει βαθιά στο πετσί του ρόλου.

Τα φαινόμενα πολύ συχνά απατούν. Ενώ η βασική ιδέα (αλλά και η αφίσα!) του «Αυτόματου Τηλεφωνητή» παραπέμπουν σε… τυπική γαλλική μπαλαφάρα, υποσχόμενη το εναρκτήριο λάκτισμα της σχετικής θερινής σεζόν, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η ταινία της Φαμπιέν Γκοντέ διαθέτει στον πυρήνα της το μοντέλο φάρσας αλά Κριστιάν Κλαβιέ, όμως, στην πορεία εξελίσσεται σε γλυκανάλατη αισθηματική κομεντί με σαφείς δραματικές πινελιές, οι οποίες ενίοτε αποκτούν μορφή κοινωνικής κριτικής, στρέφοντας τα βέλη τους στα προβλήματα των οικογενειακών σχέσεων και στα άγχη του μοντέρνου τρόπου ζωής!

Το σεναριακό εύρημα του τηλεφωνικού «αντικαταστάτη», αν και ελέγχεται (σοβαρά) για το ποσοστό επιτυχίας του στον αληθινό κόσμο, δεν νομίζω πως μπορεί να χαρακτηριστεί από μόνο του καταστροφικό ως ιδέα. Το πρόβλημα βρίσκεται στον χειρισμό του, μιας και αυτός είναι που το κάνει να μοιάζει ανήμπορο να σταθεί ως ταινία που δεν είναι μικρού μήκους, αφού το πλαίσιο του «φαρσικού» παράγοντα εξαντλείται πολύ γρήγορα, ανοίγοντας δρόμο σε απιθανότητες… γαλλικού τύπου. Από τη στιγμή που ο φτωχός Μπατίστ παίρνει πάνω του εν λευκώ τα τηλεφωνήματα του μεσιέ Πιερ Σοζέν μιμούμενος τη φωνή του, όντας «μεθυσμένος» από την αρχική του επιτυχία, εισχωρεί σταδιακά στη ζωή του εργοδότη του (πέραν των τυπικών αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί), δημιουργώντας συνθήκη ψεμάτων η οποία φαντάζει δύσκολο ν’ αντιστραφεί. Οι σχέσεις του συγγραφέα με τον δύστροπο πατέρα του, την αποξενωμένη κόρη του και την πρώην ερωμένη του ναι μεν μπαίνουν σε καλούπια ευτυχίας που κατά το κοντινό παρελθόν ο διάσημος λογοτέχνης δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί, όμως, το πρόβλημα είναι πως ο ίδιος δηλώνει… απών από το «χτίσιμο» της βελτιωμένης έκδοσης του εαυτού του.

Τούτο έχει ως αποτέλεσμα τη λανθάνουσα δημιουργία μιας ανεκδιήγητης όσο και παντελώς άβολης αισθηματικής υποπλοκής, που πιθανότατα στα χέρια ενός Ζορζ Φεντό να προέκυπτε σατιρική και σπινθηροβόλα. Εδώ, εντούτοις, ντύνεται με μια διανοουμενίστικου τύπου σοβαροφάνεια (μη μας πουν και τίποτε λαϊκούς…), που από τη μία προκαλεί πολύ γερά χασμουρητά κι από την άλλη σε γεμίζει με απορίες. Με όλο τον σεβασμό στον Σαλίφ Σισέ, είναι ποτέ δυνατόν να πείσει σε ρόλο ερωτικού αντικειμένου του πόθου σε φιλμ που δεν είναι μπαλαφάρα, αλλά αξιώνει να παρθεί στα σοβαρά; Η φάση στο πατρικό σπίτι του συγγραφέα, όπου σύσσωμο το πρωταγωνιστικό καρέ μεταβαίνει σε μια δεδομένη στιγμή για έναν συγκεκριμένο λόγο, σε κάνει να σαστίζεις με την αφέλειά της (αν και σε μια δεύτερη σκέψη, η εν λόγω εξέλιξη ωχριά μπροστά σ’ εκείνη με το επαναλαμβανόμενο ποζάρισμα για τη δημιουργία πίνακα ζωγραφικής).

Από την άλλη, η «υπαρξιακή κούραση» του καλλιτέχνη ο οποίος οφείλει ν’ απομονωθεί ώστε να παράξει έργο, σερβίρεται μ’ έναν δήθεν περισπούδαστο τρόπο, προτείνοντας ως σοφή λύση την «ψηφιακή αποσύνδεση». Εξαιτίας της υιοθέτησης της κοντόφθαλμης αυτής λογικής από πλευράς μεσιέ Σοζέν, τελικώς προκύπτει τραγέλαφος, ο οποίος «στο βάθος» περνά μηνύματα περί της ανάγκης εξεύρεσης ωφέλιμου προσωπικού χρόνου και μετριοπαθούς χρήσης του smartphone, με τόσο «ευφάνταστο» τρόπο που παραπέμπει σε μέτρια έκθεση μαθητή γυμνασίου, κατευθείαν γραμμένη για… το βήμα της Βουλής των Εφήβων!

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/le-repondeur/ ανήκει στο FreeCinema .