Όταν μιλάμε για την ελληνική λαογραφία, το μυαλό των περισσοτέρων πηγαίνει σε παραδοσιακές φορεσιές, δημοτικά τραγούδια και εθιμοτυπικά της υπαίθρου. Υπήρξε όμως μια γυναίκα που τόλμησε να κοιτάξει εκεί που οι άλλοι στρέφουν το βλέμμα με αμηχανία: στα υπόγεια ρεύματα της γλώσσας, στη ζωντανή, ρέουσα και, κυρίως, αθυρόστομη πλευρά του λαϊκού μας πολιτισμού. Η Μαίρη Κουκουλέ, η οποία έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2025, άφησε πίσω της ένα έργο που αποτελεί μνημείο της νεοελληνικής ταυτότητας, απογυμνωμένης από κάθε καθωσπρεπισμό.
Γεννημένη στο Παγκράτι το 1939, η Κουκουλέ σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1960 μετακόμισε στο Παρίσι, το οποίο έγινε το δεύτερο σπίτι της. Εκεί συνέχισε τις σπουδές της στη Σορβόνη, στο Collège de France και στην École Pratique des Hautes Études. Στη γαλλική πρωτεύουσα συνδέθηκε βαθιά με μια άλλη εμβληματική και αιρετική φιγούρα των ελληνικών γραμμάτων, τον συγγραφέα και ερευνητή Ηλία Πετρόπουλο, με τον οποίο μοιράστηκε τη ζωή της.
Η «Νεοελληνική Αθυροστομία» ως επιστημονικό μνημείο
Το μεγάλο της έργο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με την παρότρυνση του σπουδαίου Αμερικανού λαογράφου Gershon Legman. Η Κουκουλέ επιδόθηκε σε μια τιτάνια, συστηματική καταγραφή της «απαγορευμένης» λαϊκής γλώσσας. Το αποτέλεσμα αυτής της πολυετούς έρευνας ήταν η μνημειώδης τρίτομη έκδοση «Νεοελληνική Αθυροστομία» (Εκδόσεις Νεφέλη, 1984-1988).
Μέσα από αυτούς τους τόμους, η Κουκουλέ δεν έκανε μια απλή συλλογή από βρισίδια ή «σόκιν» εκφράσεις. Αντιμετώπισε την αθυροστομία με την αυστηρότητα και τη μεθοδολογία μιας πραγματικής επιστήμονα. Ανέδειξε πώς η βωμολοχία, ο σεξουαλικός υπονοούμενος λόγος και οι όροι του περιθωρίου δεν είναι δείγματα πολιτισμικής κατάπτωσης, αλλά ένας ζωντανός μηχανισμός άμυνας, εκτόνωσης και έκφρασης του λαού απέναντι στην καταπίεση και τις κοινωνικές συμβάσεις.
Μια αιρετική κληρονομιά
Η Μαίρη Κουκουλέ ανήκε σε εκείνη την ελίτ των Ελλήνων διανοουμένων της διασποράς που δεν φοβήθηκαν να τσαλακώσουν την εικόνα της «ακαδημαϊκής σοβαροφάνειας». Μαζί με τον Ηλία Πετρόπουλο, υπήρξαν οι χαρτογράφοι της «άλλης» Ελλάδας — αυτής των ρεμπέτηδων, των φυλακισμένων, των περιθωριακών και της αυθεντικής, αφιλτράριστης γλώσσας του δρόμου.
Ο θάνατός της, σε ηλικία 86 ετών, έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής λαογραφίας. Ωστόσο, το έργο της παραμένει ζωντανό και εξαιρετικά επίκαιρο, θυμίζοντάς μας ότι ο πολιτισμός δεν κρύβεται μόνο στα σαλόνια και τα επίσημα εγχειρίδια, αλλά και στις λέξεις που ψιθυρίζουμε, φωνάζουμε ή επιστρατεύουμε όταν θέλουμε να εκφράσουμε τον πιο ειλικρινή μας εαυτό.
