Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η Εστέρ Περέλ σάς μιλάει για τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε σήμερα από τους συντρόφους μας – να είναι εραστές, οι καλύτεροι φίλοι μας, καλοί γονείς, ψυχοθεραπευτές, όλα μαζί. Σε μια εποχή που εφαρμογές όπως το Paired (για το οποίο γράφετε κι εσείς), τα podcasts και τα βιβλία μάς δίνουν συνεχώς εργαλεία για να «βελτιστοποιήσουμε» τις σχέσεις μας, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την οικειότητα σε project;
«Λατρεύω αυτή την ερώτηση! Εγραψα πρόσφατα κάτι σε ένα substack που νομίζω την απαντάει: όταν παίρνω συνέντευξη από κάποιον σε μια εκδήλωση, διαβάζω το βιβλίο του, προετοιμάζω ερωτήσεις, τις γράφω, μετά τις ξαναγράφω με μια συγκεκριμένη σειρά, ομαδοποιημένες σε θέματα. Οταν όμως ανεβαίνω στη σκηνή, δεν κοιτάζω το μπλοκάκι μου, γιατί θέλω να κοιτάζω στα μάτια εκείνον με τον οποίο μιλάω και θέλω επίσης η συζήτηση να είναι ενδιαφέρουσα και να πάει εκεί που θα πάει με φυσική ροή. Νομίζω ότι αυτή είναι μια καλή στρατηγική και για την αγάπη. Είναι χρήσιμο να διαβάζεις για αυτή, να μαθαίνεις, να σκέφτεσαι βαθιά. Ερχεται όμως μια ώρα που πρέπει να εμπιστευθείς ότι ξέρεις αρκετά για να της δώσεις την καλύτερή σου ευκαιρία, να ενδώσεις στη στιγμή, χωρίς να αναλύεις κάθε κίνηση. Αυτό προσπαθώ να θυμίζω στον εαυτό μου τώρα: πάρε στα σοβαρά την αγάπη, μάθε για αυτήν, μετά δώσε στον εαυτό σου την ελευθερία να αφεθεί, άσε τη στιγμή να σε εκπλήξει, χωρίς να προσπαθείς να τα ελέγξεις όλα».
Σε πρόσφατη συνέντευξή σας είπατε κάτι που μου έμεινε: οι άνθρωποι που έχουν χάσει κάποιον δεν νοσταλγούν την ημέρα του γάμου ή το επίσημο δείπνο – νοσταλγούν τον σύντροφο που γκρίνιαζε επειδή έβαλαν τις κόκκινες κάλτσες μαζί με τα λευκά, νοσταλγούν τα ατελείωτα μηνύματα στο WhatsApp με τη μαμά τους, τον πατέρα που έλεγε συνεχώς τις ίδιες ιστορίες. Γιατί μας παίρνει τόσο καιρό να αναγνωρίσουμε ότι η αγάπη ζει ακριβώς εκεί, στην ενοχλητική λεπτομέρεια;
«Η αναλογία που χρησιμοποιώ στο βιβλίο είναι ότι μοιάζει σαν να στέκεσαι μπροστά σε έναν τεράστιο πίνακα. Δεν μπορείς να δεις την πλήρη εικόνα όταν είσαι πολύ κοντά. Μέρος αυτού είναι ότι, όταν περνάμε κάθε ημέρα με τους ανθρώπους που αγαπάμε, είναι πιο δύσκολο να δούμε την ομορφιά αυτών των σχέσεων, γιατί είναι το αναπαυτικό έπιπλο της ζωής μας. Μόνο μέσα από κάποια απόσταση ή απουσία μπορούμε να δούμε την αξία και την ομορφιά της αγάπης τους.
Η Αν Πάτσετ μού είπε κάποτε ότι είναι σαν να περπατάμε όλοι σε έναν γυάλινο διάδρομο που αιωρείται. Ξεχνάμε τι υπάρχει από κάτω. Και κάπου-κάπου – όταν ίσως κάποιος πεθαίνει – κοιτάζουμε κάτω και θυμόμαστε την ύπαρξη της αβύσσου, συνειδητοποιούμε ότι όλοι θα πεθάνουμε, και εμείς και όλοι όσοι αγαπάμε επίσης. Ισως αγκαλιάζουμε τους αγαπημένους μας πιο σφιχτά ή φιλάμε τον σύντροφό μας όταν φθάνουμε σπίτι. Επειτα όμως ξεχνάμε ξανά και συνεχίζουμε, γιατί κατά κάποιον τρόπο πρέπει να ζούμε με άγνοια ως προς ορισμένα πράγματα, προκειμένου να κάνουμε οτιδήποτε. Αυτό που θα πω είναι ότι ελπίζω οι κόρες μου να μπορέσουν να με θεωρούν δεδομένη, όπως κι εγώ θεωρούσα τους γονείς μου. Ισως έτσι πρέπει να είναι με τα παιδιά! Ταυτόχρονα, νομίζω αυτό που έχουν κάνει για εμένα οι “Διάλογοι για την αγάπη” είναι ότι με βοηθούν να κοιτάζω την άβυσσο πιο συχνά ώστε να νιώθω λίγο πιο ευγνώμων για την αγάπη κάθε ημέρα που είμαι εδώ. Μπορεί να ακούγεται μελοδραματικό, αλλά συχνά κλαίω χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Απλώς περπατάω στον δρόμο και σκέφτομαι πόσο τυχερή είμαι που αγαπώ τους ανθρώπους στη ζωή μου και ρίχνω μερικά δάκρυα ευτυχίας. Ισως η συγγραφή του βιβλίου να με έχει φέρει πιο κοντά σε αυτά τα συναισθήματα».
Το βιβλίο έχει διαβαστεί από κάποιους ως ετεροκανονιστικό, ή ως αφήγηση από μια προνομιακή σκοπιά. Πώς το ακούτε αυτό; Υπάρχει ενοχή ή περιορισμός στο να γράφει κανείς για την αγάπη από τη συγκεκριμένη ζωή που του έτυχε να ζήσει;
«Και τα δύο είναι αλήθεια — γράφω πράγματι από μια προνομιούχα θέση, και επειδή ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφορά τη δική μου ιστορία αγάπης, και είμαι ετεροφυλόφιλη, αυτή η οπτική διαμορφώνει την αφήγηση του βιβλίου. Αν και προσπάθησα να πάρω συνέντευξη από ανθρώπους με ερωτικές ζωές διαφορετικές από τη δική μου, ήμουν επίσης συνειδητοποιημένη ότι η δική μου ιστορία οδηγούσε το βιβλίο και ότι αυτός ο περιορισμός θα ήταν πάντα εκεί. Αυτό για το οποίο ένιωσα ενοχή ήταν το ότι η ιστορία μου τελείωσε με τόσο παραδοσιακό τρόπο. Με απόλυτη ειλικρίνεια, έγραφα το βιβλίο σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο της ζωής μου και πάντα υπέθετα ότι το τέλος θα είχε περισσότερο να κάνει με την αβεβαιότητα — δεν θα ήμουν έγκυος, κι αυτό μου φαινόταν τότε ένα αρκετά καθαρό τέλος. Να τελειώνει το βιβλίο με άγνοια για το μέλλον, αλλά παρ’ όλα αυτά με ελπίδα. Να τελειώνει με την παραδοχή ότι δεν παίρνεις πάντα αυτό που θέλεις, και να βρίσκεις έναν τρόπο να συμφιλιωθείς μ’ αυτό. Από τη σκοπιά της συγγραφέως, ήταν ένα τέλος που με ενθουσίαζε να γράψω και να εξερευνήσω.
Όταν λοιπόν τελικά έμεινα έγκυος, νομίζω ότι ένα κομμάτι μου ένιωσε ενοχή που τροφοδοτούσε την ιδέα ότι έπρεπε να καταλήξεις στο ευτυχισμένο τέλος (σύντροφος και μωρό) για να είσαι ολοκληρωμένη. Σκέφτηκα να τελειώσω το βιβλίο πριν από τη δεύτερη εγκυμοσύνη μου γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά δεν θα ήταν ειλικρινές, να γράψω για την αβεβαιότητα μ’ έναν τρόπο μη γνήσιο. Και η άλλη πτυχή που θα προσθέσω είναι ότι, εκείνη την εποχή, ένιωθα κάποια ντροπή γράφοντας για τη θλίψη που με έπνιγε για έναν διετή αγώνα να συλλάβω, όταν κάποιες γυναίκες είχαν περάσει 15 χρόνια εξωσωματικών ή για μια αποβολή, όταν άλλες γυναίκες είχαν χάσει το παιδί τους στη γέννα ή για δέκα χρόνια μοναξιάς, την ώρα που άλλες αντιμετώπιζαν πολύ πιο σοβαρή μοναξιά ή οικογενειακά τραύματα. Ο λόγος που δεν προσπάθησα να μετριάσω τα συναισθήματά μου ήταν γιατί αυτό ήταν εν μέρει το νόημα: γιατί δυσκολευόμουν τόσο πολύ να αντιμετωπίσω μία αποβολή; Γιατί το γεγονός ότι δεν είχα σύντροφο στα τριάντα μου ήταν τέτοιο ζήτημα; Το ότι ένιωθα ότι αυτά τα πολύ συνηθισμένα προβλήματα μ’ έκαναν κατά κάποιον τρόπο μη αξιαγάπητη, ήταν κάτι που νόμιζα ότι άξιζε να εξερευνηθεί, ακόμα κι αν ήταν λίγο ντροπιαστικό».
Έχετε πει ότι η μητρική αγάπη έχει κυριαρχήσει στη ζωή σας περισσότερο από τη ρομαντική. Τι εννοούσατε με αυτό;
«Εννοούσα ότι τη ρομαντική αγάπη την επιλέγεις, και έχει περισσότερη ελευθερία. Είσαι σε σχέση αλλά παραμένετε και άτομα. Χρειάζεστε κάποια πράγματα ο ένας από τον άλλον, αλλά παίρνετε άλλα πράγματα από άλλους ανθρώπους ή από τα πάθη σας. Ενώ με τα παιδιά σου — ειδικά στο στάδιο που βρίσκομαι εγώ τώρα, με δύο μικρά παιδιά — σε χρειάζονται τόσο πολύ και τόσο έντονα. Δεν μπορείς πραγματικά να περιμένεις τίποτα από αυτά με τον ίδιο τρόπο που περιμένεις από άλλους ανθρώπους που αγαπάς, οπότε είναι πιο μονόπλευρο. Νιώθεις τον πόνο τους πολύ πιο βαθιά, πολύ χειρότερα από τον δικό σου πόνο. Είναι μια συντριπτική αίσθηση, όσο και χαρμόσυνη. Λατρεύω να είμαι σύντροφος, λατρεύω να είμαι μητέρα, νομίζω όμως ότι αυτό που προσπαθούσα να εξηγήσω σ’ εκείνη τη φράση ήταν ότι η μητρική αγάπη με βοήθησε να εκτιμήσω περισσότερο την ελευθερία της ρομαντικής αγάπης. Υπάρχει κάτι όμορφο στο γεγονός ότι δεν εξαρτάστε τόσο πολύ ο ένας από τον άλλον, και παρ’ όλα αυτά συνεχίζετε να αγαπιέστε και να επιλέγετε ο ένας τον άλλον κάθε μέρα».
Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Αισθάνεστε ότι αυτές οι συζητήσεις υπερβαίνουν τα πολιτισμικά όρια; Τι θα θέλατε να ρωτήσετε έναν έλληνα αναγνώστη για την αγάπη;
«Το αστείο είναι ότι, όταν παίρνω μηνύματα από αναγνώστες σε διαφορετικές χώρες, οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις είναι συχνά οι ίδιες. Υπογραμμίζουν τις ίδιες γραμμές, κάνουν παρόμοιες παρατηρήσεις. Υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία διαφορετικοί αναγνώστες ήθελαν περισσότερα ή λιγότερα — για παράδειγμα, κάποιοι ένιωσαν ότι ο Θεός και η πίστη θα έπρεπε να κατέχουν πιο κεντρική θέση άλλοι πρότειναν ότι η ασεξουαλικότητα είναι μια εμπειρία που θα έπρεπε να είχα εξερευνήσει. Αυτό όμως που θα ήθελα να ρωτήσω έναν Έλληνα αναγνώστη είναι το ίδιο που θα ήθελα να ρωτήσω οποιονδήποτε αναγνώστη: Μπορείς να δεις και να παρατηρήσεις όλες τις μικρές και τις μεγάλες ιστορίες αγάπης που υπάρχουν στη ζωή σου; Τις βλέπεις; Τις νιώθεις; Δεν είναι όμορφες;».



