
Ο Έρμαν Έσσε δεν αντιμετώπισε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από το πρίσμα της γραμμικής, βιολογικής φθοράς.
Βαθιά επηρεασμένος από τη διαδικασία της «εξατομίκευσης» (individuation) του Καρλ Γιουνγκ, αλλά και από τον πυρήνα της ανατολικής φιλοσοφίας, ο Έσσε αντιλαμβάνεται τον χρόνο όχι ως καταλύτη γήρανσης, αλλά ως ένα πεδίο διαρκούς πνευματικής αλχημείας.
Στο κείμενο που ακολουθεί, ο στοχαστής αποδομεί με οξυδέρκεια μια από τις μεγαλύτερες πλάνες της νεωτερικότητας: την τεχνητή πόλωση μεταξύ νεότητας και γήρατος και την εμμονική, σχεδόν βιομηχανοποιημένη «λατρεία της νεανικότητας». Για τον Έσσε, το να ταυτίζει κανείς την ουσία του με μια ηλικιακή φάση αποτελεί ίδιον της μετριότητας. Οι «προικισμένοι», οι άνθρωποι που έχουν κατακτήσει τον εσωτερικό τους εαυτό, υπερβαίνουν αυτούς τους διαχωρισμούς, ενσωματώνοντας και τους δύο πόλους, τη ζωηράδα της νιότης και το βάθος του γήρατος ως εναλλασσόμενες ψυχικές καταστάσεις.
Εδώ, ο συγγραφέας του Λύκου της Στέπας αγγίζει την ουσία του ταοϊσμού (κάνοντας ρητή αναφορά στον Λάο Τσε) και της νιτσεϊκής σκέψης, για να ορίσει τους διακριτούς αλλά συμπληρωματικούς ιστορικούς ρόλους των γενεών. Ενώ αναγνωρίζει πως η ορμή και η πρόοδος της ιστορίας ανήκουν στη νεότητα, αναθέτει στο γήρας έναν ρόλο απείρως πιο βαρύ και πνευματικό: τη διαχείριση της θνητότητας, την αντιμετώπιση του πόνου και, κυρίως, τη λειτουργία μιας αντίρροπης δύναμης (ενός συνειδητού «φρένου») απέναντι στην πρωτόγονη επιτάχυνση της ανθρωπότητας.
5 θεμελιώδη μαθήματα ζωής που μας κληροδότησε ο Έρμαν Έσσε
Έρμαν Έσσε – «Ωριμάζοντας γινόμαστε όλο και νεότεροι».
Οι άνθρωποι που όταν είναι νέοι μπορεί κανείς να τους φανταστεί απίστευτα γέρους, αυτοί ακριβώς κάνουν και τους καλύτερους γέρους.
Το ότι στους νέους ανθρώπους αρέσει να επιδεικνύονται λιγάκι και ταυτόχρονα μπορεί να τολμούν κάποια πράγματα, κάτι που οι γέροι δεν μπορούν πια να κάνουν, τελικά δεν είναι ανυπόφορο.
Τα πράγματα όμως γίνονται άσχημα εκείνη την ολέθρια στιγμή που ο γέρος, ο αδύναμος, ο συντηρητικός, ο φαλακρός, ο οπαδός της παλιάς μόδας το παίρνει προσωπικά και μονολογεί: το κάνουν σίγουρα για να με πειράξουν! Από τη στιγμή αυτή τα πράγματα γίνονται ανυπόφορα κι αυτός που σκέφτεται έτσι είναι χαμένος.
Το να τονίζουμε ή να οργανώνουμε τα νιάτα δεν το συμπαθούσα ποτέ. Νέοι και γέροι υπάρχουν τελικά μόνο μεταξύ των μέτριων ανθρώπων.
Όλοι οι προικισμένοι και πιο ξεχωριστοί άνθρωποι είναι πότε γέροι και πότε νέοι, έτσι όπως είναι πότε χαρούμενοι και πότε λυπημένοι. Δουλειά των μεγαλυτέρων είναι να χειρίζονται την ικανότητά τους ν’ αγαπούν πιο ελεύθερα, πιο παιχνιδιάρικα, πιο έμπειρα, πιο καλοσυνάτα απ’ ό,τι τα νιάτα μπορούν.
Τα γηρατειά κρίνουν πάντα με ευκολία τους νέους ως μικρομέγαλους. Όμως τα γηρατειά είναι αυτά που πάντα μιμούνται τη συμπεριφορά και τους τρόπους της νιότης, είναι τα ίδια φανατικά, είναι τα ίδια άδικα, μακαρίζουν τα ίδια τον εαυτό τους και είναι ελαφρώς προσβεβλημένα.
Τα γηρατειά δεν είναι χειρότερα από τα νιάτα, ο Λάο Τσε δεν είναι χειρότερος από τον Βούδα, το μπλε δεν είναι χειρότερο από το κόκκινο. Τα γηρατειά υποτιμούνται μόνο όταν θέλουν να παραστήσουν τα νιάτα.
Αυτό που εδώ και δεκαετίες με αηδιάζει είναι πρώτον η ανόητη λατρεία της νεότητας και της νεανικότητας, όπως αυτή ανθεί, για παράδειγμα, στην Αμερική, κι έπειτα ακόμα περισσότερο το να επιβάλλεται η νεότητα αυτή ως κοινωνικό στρώμα, ως κοινωνική τάξη, ως «κίνημα».
Είμαι ένας παλιωμένος και συμπαθώ τα νιάτα, θα ήταν όμως ψέματα αν έλεγα ότι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Για τους ηλικιωμένος, τουλάχιστον σε εποχές τέτοιας μεγάλης δοκιμασίας όπως τώρα, υπάρχει μόνο ένα ενδιαφέρον ζήτημα: το ζήτημα του πνεύματος, της πίστης, του είδους της σκέψης και της ευλάβειας που δοκιμάζεται, που μπορεί να αντιμετωπίζει τον πόνο και το θάνατο.
Η αντιμετώπιση του πόνου και του θανάτου είναι καθήκον των γηρατειών. Το να είναι κανείς ενθουσιασμένος, να συμπαρασύρεται, να είναι ζωηρός, είναι ψυχική διάθεση της νεότητας. Μπορούν να είναι φίλοι, μιλούν όμως δύο γλώσσες.
Η ιστορία γράφεται κυρίως από τους πρωτόγονους και από τους νέους, αυτοί φροντίζουν για την πρόοδο και την επιτάχυνση με την έννοια της κάπως θεατρικής φράσης του Νίτσε «Αυτό που θέλει να πέσει πρέπει και να το σπρώξουμε». (Εκείνος, ο υπερευαίσθητος, δεν θα μπορούσε ποτέ να δώσει αυτή τη σπρωξιά σ’ ένα γέρο ή άρρωστο άνθρωπο ή ζώο.)
Χρειάζονται όμως πάντα, για να διατηρεί η ιστορία και νησίδες ειρήνης και να παραμένει ανεκτή, και οι αναστολές και ο συντηρητισμός ως αντίρροπες δυνάμεις αυτό το καθήκον πέφτει στους καλλιεργημένους και στους ηλικιωμένους.
Αν λοιπόν ο άνθρωπος που σκεφτόμαστε κι επιθυμούμε ακολουθήσει άλλους δρόμους από τους δικούς μας και εξελιχθεί σε κτήνος ή μυρμήγκι, τότε παραμένει υποχρέωσή μας να βοηθήσουμε να επιβραδυνθεί όσο το δυνατό περισσότερο αυτή η διαδικασία. Ασυνείδητα αφήνουν μάλιστα οι μαχητικές δυνάμεις να υπάρχει στον κόσμο αυτή η αντίρροπη τάση, φροντίζοντας εκτός από τους εξοπλισμούς και τα προπαγανδιστικά μεγάφωνα -αν και αρκετά αδέξια- και τις πολιτιστικές επιχειρήσεις τους.
Ντοστογιέφσκι και Νίτσε: 6 μαθήματα αντοχής για όταν νιώθεις ότι η καθημερινότητα σε συνθλίβει



