
Νεαρός χορδιστής πιάνων, ο οποίος πάσχει από σπάνια διαταραχή της ακουστικής αντίληψης, μετατρέπει το πρόβλημά του σε προτέρημα δουλεύοντας ως συνεργός σε συμμορία που ειδικεύεται στην παραβίαση χρηματοκιβωτίων. Όσο γλυκό και να ‘ναι το εύκολο κέρδος, όμως, η εγκληματική δράση κρύβει ενίοτε σοβαρούς κινδύνους.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο σε ταινία μυθοπλασίας μεγάλου μήκους του νεαρού Καναδού Ντάνιελ Ρόχερ (βραβευμένος με Όσκαρ ντοκιμαντέρ για το «Navalny» του 2022), καταφέρνει να μετατρέψει μια φαινομενικά παράξενη ιδέα σ’ ένα ιδιόμορφο, όσο και άκρως ψυχαγωγικό heist movie. Αν το ένα πόδι του φιλμ πατάει στο θρίλερ εγκλήματος, το άλλο αντλεί δύναμη από το ένδοξο παρελθόν του αμερικανικού indie κινηματογράφου της δεκαετίας του ‘90, χτυπώντας τις κατάλληλες νότες σε αμφότερα τα πεδία της παρανομίας και της αισθηματικής κομεντί. Το ελαφρύ φάλτσο της βολικής σύμπτωσης (που κλιμακώνει την τελική πράξη) δεν στέκει επ’ ουδενί ως εμπόδιο στο αβίαστο jazz tune ματαιωμένων φιλοδοξιών, απάτης και μουσικής που ξεχύνεται από το «Tuner».
Ο Νίκι Γουάιτ είναι ένας εσωστρεφής χορδιστής πιάνων στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, ο οποίος πάσχει από υπερακουσία. Η πάθησή του καθιστά τους καθημερινούς θορύβους επώδυνους, «χαρίζοντάς» του παράλληλα μια σχεδόν υπερφυσική ακουστική οξύτητα. Όταν ο εκκεντρικός μέντοράς του, Χάρι, πνίγεται στα χρέη λόγω ενός σοβαρού ιατρικού προβλήματος, ο Νίκι αποφασίζει να εξαργυρώσει το «χάρισμά» του. Συνειδητοποιεί γρήγορα πως η λεπτομερής ικανότητα και η απόλυτη ακρίβεια που απαιτούνται για να κουρδίσεις ένα πιάνο με ουρά είναι ακριβώς οι ίδιες δεξιότητες που χρειάζεται να έχει κάποιος για να… παραβιάσει ένα χρηματοκιβώτιο υψηλής ασφαλείας, «διαβάζοντας» τους εσωτερικούς ήχους των γραναζιών. Το δειλό του πέρασμα στον κόσμο της παρανομίας, περισσότερο από το να τον εξιτάρει, δείχνει τη δεδομένη στιγμή να τον βολεύει, πόσω μάλλον όταν η μοναχική του ζωή αίφνης αποκτά επιτέλους νόημα χάρη στη γνωριμία του με την ταλαντούχα πιανίστρια Ρούθι.
Ακολουθώντας την πεπατημένη του outsider που δίχως καλά-καλά να το καταλάβει μπλέκει στα μονοπάτια της ανομίας, το «Tuner» μετατρέπει σταδιακά το sound design του από τεχνικό συνοδευτικό σε καθοριστικό «χαρακτήρα» της ταινίας. Η υποκειμενική χρήση του ήχου σχεδόν βάζει τον θεατή στο κεφάλι του Νίκι, κάνοντάς τον να συμπάσχει μαζί του, καθώς ο παραμικρός θόρυβος δύναται να του τρυπήσει τα τύμπανα (με την πολύβουη Νέα Υόρκη να εξελίσσεται σε μεγεθυντικό παράγοντα της πάθησής του). Από την άλλη, η ασθένειά του λειτουργεί σχεδόν ως… υπερδύναμη, μιας και του δίνει τη δυνατότητα να πιάνει ήχους που το κοινό αυτί δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αντιληφθεί. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη διαφορά, καθώς προσπαθεί να βρει τους συνδυασμούς των χρηματοκιβωτίων στα σπίτια των πλούσιων Νεοϋορκέζων, πασχίζοντας ν’ ακούσει τα κατάλληλα εκείνα click των γραναζιών που θα του επιτρέψουν να τα παραβιάσει. Διόλου παράξενο που υπεύθυνος για όλο το κομμάτι του ήχου είναι ο Τζόνι Μπερν, ο οποίος εδώ (κατά μία έννοια) συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε στη «Ζώνη Ενδιαφέροντος» (2023), κάνοντας τον «αόρατο» τομέα του σχεδιαστή ήχου να ενέχει θέση απόλυτου συμπρωταγωνιστή των ηρώων του φιλμ.
Η εσωστρεφής απάθεια του Νίκι, τα ακουστικά που ως μέσο προστασίας μόνιμα φορά στο κεφάλι, ο απρόσμενος έρωτας, η παρανομία και το μοντάζ που συντονίζεται άψογα με το σύνολο του ηχητικού περιβάλλοντος φέρνουν στον νου το «Baby Driver» (2017), αλλά σε μια πιο συγκρατημένη και μελαγχολική εκδοχή του. Η ευάλωτη φυσιογνωμία του πρωταγωνιστή Λίο Γούντολ ενισχύει τον άνωθεν παραλληλισμό, με την αναπηρία του χαρακτήρα του να μην μετατρέπεται ποτέ σε αφηγηματικό «δεκανίκι», αλλά να προτάσσει μια χαμηλότονη ευπρέπεια, ακόμη κι όταν η πλοκή βαδίζει σε βίαιους δρόμους. Το κυνήγι εύρεσης του «κατάλληλου» ήχου έχει κάτι από το «Blow Out» (1981) του Μπράιαν Ντε Πάλμα, όμως, τίποτα το συνωμοσιολογικό δεν κρύβεται πίσω από τα κίνητρα του «Tuner». Ο Νίκι μπλέκει σε κάτι παράνομο που δεν μπορεί να ελέγξει διότι, πολύ απλά, αφενός είναι καλόκαρδος, αφετέρου… ερωτεύτηκε.
