
Πρώην εκπρόσωπος του αλβανικού υπόκοσμου και νυν ιδιοκτήτης μεγάλου bar, προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τη σύντροφό του, αλλά δεν τον αφήνουν…
Οι ταινίες με μεσήλικες ή συνταξιοδοτημένους κακοποιούς που επιχειρούν μία τελευταία έξοδο από τον κόσμο του εγκλήματος έχουν εξελιχθεί πλέον σε ολόκληρο κινηματογραφικό υποείδος. Από το «Υπόθεση Καρλίτο» (1993) του Μπράιαν Ντε Πάλμα μέχρι το «Ερωτικό Κτήνος» (2000) του Τζόναθαν Γκλέιζερ και τις νεότερες παραλλαγές του ίδιου μοτίβου, ο κινηματογράφος τροφοδοτείται διαρκώς στην ίδια βασική ιδέα. Ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι άφησε οριστικά πίσω του το παρελθόν, ανακαλύπτει ότι το παρελθόν δεν έχει καμία πρόθεση να τον αφήσει ήσυχο. Τελευταίες έξοδοι υπάρχουν πολλές. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά για μένα η πραγματική «Τελευταία Έξοδος» θα παραμένει πάντα εκείνη η ταινιάρα του Φρανκ Ντάραμποντ με τους αξεπέραστους Τιμ Ρόμπινς και Μόργκαν Φρίμαν.
Ο Ντέρικ Μπόρτε κινείται με άνεση μέσα σε αυτή τη γνώριμη κινηματογραφική συνταγή, ακολουθώντας τους τυπικούς πυλώνες μιας περιπέτειας χαμηλής έντασης. Γνώριμες αφηγηματικές στροφές, προβλέψιμες ανατροπές και όλα τακτοποιημένα με ευλάβεια πάνω στην αριστοτελική δομή. Ο Μάρκο Καπάκ ελάχιστα διαφέρει από τους δεκάδες κινηματογραφικούς κακοποιούς που πίστεψαν ότι μπορούσαν ν’ αφήσουν πίσω τους το παρελθόν. Ο Μπόρτε τον εντάσσει σε μια γνώριμη αφηγηματική διαδρομή, με τη σιγουριά που του προσφέρει ένας πανέμπειρος πρωταγωνιστής. Το «Τελευταίο Ρίσκο» ακολουθεί σταθερά αυτόν τον δρόμο, τοποθετώντας τις ανατροπές στα αναμενόμενα σημεία και διατηρώντας έναν ήρεμο αλλά σταθερό ρυθμό. Αποφεύγει τόσο τις μεγάλες εκπλήξεις όσο και τα σοβαρά λάθη, γνωρίζοντας ακριβώς τα όριά του. Το τίμημα, όμως, είναι ότι τίποτε δεν ξαφνιάζει πραγματικά και τίποτε δεν μένει στη μνήμη όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους.
Η επιλογή του Ράσελ Κρόου αποδεικνύεται τελικά το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας. Από τους παραγωγικότερους ηθοποιούς των δύο τελευταίων δεκαετιών, συμμετέχει πλέον σχεδόν σε όποιο σενάριο βρεθεί πάνω στο γραφείο του! Η περίοδος των μεγάλων πρωταγωνιστικών επιλογών δείχνει ν’ ανήκει πλέον στο παρελθόν και σήμερα δύσκολα μπορεί κανείς να τον φανταστεί ξανά ως «Μονομάχο». Το σώμα του αφηγείται πλέον διαφορετικές ιστορίες. Ιστορίες που ταιριάζουν πολύ περισσότερο σ’ έναν κουρασμένο άνθρωπο του υποκόσμου, ο οποίος κουβαλά το βάρος των επιλογών του. Και ο Κρόου εξακολουθεί να διαθέτει την υποκριτική στόφα για να στηρίξει έναν τέτοιο χαρακτήρα, ακόμη κι όταν το ίδιο το σενάριο δεν του προσφέρει ιδιαίτερα περιθώρια να τον εξελίξει. Αν αφαιρούσε κανείς τον Κρόου από την εξίσωση, δύσκολα θα υπήρχε κάποιος ουσιαστικός λόγος να ξεχωρίσει αυτή την ταινία από τις δεκάδες αντίστοιχες που παράγονται κάθε χρόνο.
Το «Τελευταίο Ρίσκο» δεν πρόκειται να προβληματίσει ιδιαίτερα τον θεατή, ούτε όμως να τον απογοητεύσει. Εκτελεί με επαγγελματική συνέπεια μια συνταγή που ο κινηματογράφος εφαρμόζει εδώ και δεκαετίες, χωρίς να επιχειρεί να της προσθέσει κάτι πραγματικά καινούργιο. Και αυτό, τελικά, είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη αρετή και… η μεγαλύτερη αδυναμία του.
