
Νωρίτερα φέτος, ο Ντέιβις νοσηλεύτηκε λόγω προβλήματος στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα και πήρε εξιτήριο λίγες ημέρες αργότερα. Απεβίωσε στο διαμέρισμά του στο Μανχάταν, σύμφωνα με τους New York Times.
Η Γουίτνεϊ Χιούστον και οι «κλασσικοί όλων των εποχών»
Λάθος επιλογές και κατηγορίες
Όμως ο Ντέιβις δεν έκανε πάντα τις σωστές επιλογές: απέρριψε την ευκαιρία να υπογράψει συμβόλαιο με τον Meatloaf και διαφωνούσε με συνεργάτες του. Ο Ντέιβις με τον παραγωγό Ντέιβιντ Φόστερ είχαν μεγάλη διαμάχη για την διασκευή του «I Will Always Love You» από την Ντόλι Πάρτον.
Ο Ντέιβις είχε αναλάβει τη θέση του προέδρου της Columbia Records το 1967, αφού είχε ενταχθεί στην εταιρεία το 1960 ως δικηγόρος αλλά το 1973 αποχώρησε μετά από διαμάχη. Η δισκογραφική εταιρεία τον κατηγόρησε για κακοδιαχείριση κεφαλαίων και απολύθηκε. Αν και ο Ντέιβις ισχυρίζεται ότι αργότερα αθωώθηκε, αυτό δεν σήμανε το τέλος των προβλημάτων του: αργότερα κατηγορήθηκε για φοροδιαφυγή, ομολόγησε την ενοχή του σε μία κατηγορία και υποχρεώθηκε να πληρώσει πρόστιμο 10.000 δολαρίων.
Ωστόσο, ο Ντέιβις θα διακήρυσσε τη νίκη του: ισχυριζόταν ότι η Columbia του έδωσε τα χρήματα για να ιδρύσει την Arista Records προκειμένου να επιλυθεί η διαμάχη.
Η δισκογραφική εταιρεία γνώρισε τεράστια επιτυχία με το ντεμπούτο των Milli Vanilli. Ωστόσο, το ανδρικό ποπ ντουέτο θα γινόταν η ντροπή του κλάδου όταν, μετά τη νίκη του σε ένα Grammy, αποκαλύφθηκε ότι στην πραγματικότητα δεν τραγουδούσαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους (ο Ντέιβις απέδωσε την ευθύνη για την καταστροφή στο ευρωπαϊκό τμήμα της δισκογραφικής εταιρείας, το οποίο, όπως είπε, τους είχε υπογράψει συμβόλαιο και αργότερα, το συγκρότημα στερήθηκε το Grammy για τον καλύτερο νέο καλλιτέχνη).
Το 1999, ενώ η Arista γιόρταζε την 25η επέτειό της, ο Ντέιβις βρέθηκε αντιμέτωπος με μια άλλη κρίση: η τότε μητρική εταιρεία της δισκογραφικής, η BMG Entertainment, ήθελε να τον συνταξιοδοτήσει αφού τα περισσότερα στελέχη της αποχωρούσαν στα 60 τους και ο Ντέιβις ήταν στα μέσα της δεκαετίας των 60.
Το 2000, παρά την υποστήριξη από το δυναμικό των σούπερ σταρ του, η εταιρεία τον απέλυσε υπέρ του παραγωγού και τραγουδοποιού Antonio «L.A.» Reid, ο οποίος αργότερα θα γινόταν πρόεδρος της Island/Def Jam. Ωστόσο, αντί να διακόψει τους δεσμούς της με τον Ντέιβις, η BMG τον βοήθησε να ιδρύσει την J Records, σε μια κίνηση που η ίδια η BMG χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία που δημιουργήθηκε ποτέ. Ο Λούθερ Βάντρος ήταν ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες του, μαζί με ξεχασμένες μπάντες όπως οι O-Town.
Η J Records πέτυχε και η φήμη της μεγάλωσε ακόμη περισσότερο με την άφιξη της Αλίσια Κιζ. Τα άλμπουμ της πουλούσαν εκατομμύρια αντίτυπα και να κέρδιζε πολλά βραβεία Grammy.
Η επιρροή του αυξήθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο Ντέιβις προσλήφθηκε στο αμερικανικό τμήμα της BMG. Έγινε βασικός υποστηρικτής της καριέρας των νικητών του «American Idol». Η σύνδεση της εκπομπής με τη Sony BMG προέκυψε από μια συμφωνία μεταξύ του Ντέιβις και της 19 Recordings Unlimited, της δισκογραφικής εταιρείας που διευθύνει ο δημιουργός του «Idol», Σάιμον Φούλερ.
Το 2007 o Ντέιβις διαφώνησε με την κατεύθυνση που είχε πάρει το άλμπουμ «My December» της Κλάρκσον. Το άλμπουμ αποδείχθηκε αποτυχία και αργότερα η ίδια ζήτησε συγγνώμη.
Το 2008, η Sony BMG αντικατέστησε τον Ντέιβις από τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του ομίλου δισκογραφικών εταιρειών BMG, αναθέτοντάς του τον τίτλο του διευθυντή δημιουργικού τμήματος.
Ο Ντέιβις, ο οποίος γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1932, είχε τέσσερα παιδιά. Στις αναμνήσεις του, επιβεβαίωσε τις μακροχρόνιες φήμες ότι ήταν αμφιφυλόφιλος και ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε με έναν άνδρα. «Πιστεύω ότι θα μπορούσα να νιώσω παρόμοια έλξη για μια γυναίκα; Η απάντηση είναι ναι» έγραψε ο Ντέιβις.



