Credits: Youness Taouil
Αυτό δίνει άλλοθι στον Ιάσονα για να φερθεί όπως φέρεται;
«Είναι μια πανάρχαια ιστορία, αλλά ταυτόχρονα κομμάτι της καθημερινότητάς μας, έτσι απλά. Στον έρωτα οι άνθρωποι γίνονται σκληροί. Οταν μια σχέση τελειώνει, είναι επώδυνο. Οταν μόνο ο ένας από τους δύο θέλει να βάλει τέλος, τότε γίνεται ακόμα πιο σκληρό».
Τον Ιάσονα τον συναντάτε έπειτα από πολλά χρόνια διεθνούς καριέρας. Ξεκινήσατε με λυρικούς ρόλους και πλέον τραγουδάτε πιο δραματικούς. Ξεχωρίζετε κάποιους;
«Ο απόλυτα αγαπημένος μου ρόλος ήταν και είναι πάντα ο “Βέρθερος” του Μασνέ. Τον είχα ερμηνεύσει μάλιστα στην Αθήνα πριν από δώδεκα χρόνια – ήταν μία από τις πιο αγαπημένες μου εμπειρίες. Σήμερα, ο ρόλος που τραγουδάω περισσότερο από κάθε άλλον είναι ο Δον Χοσέ στην “Κάρμεν”. Τον λατρεύω, γιατί αρχικά τον βλέπω ως έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Μπορώ να καταλάβω γιατί ερωτεύεται παράφορα την Κάρμεν. Και όταν εκείνη του λέει “δεν σε αγαπώ πια”, μπορώ να καταλάβω γιατί εκείνος μεταμορφώνεται σε έναν επικίνδυνο άνδρα. Εκεί σταματούν και οι όποιες ομοιότητές μας. Για έναν κανονικό, καθημερινό άνθρωπο σαν εμένα, είναι υπέροχο να υποδύεται στη σκηνή έναν ρόλο τόσο μακριά από τη δική του προσωπικότητα. Εχει πάντα μεγάλη γοητεία να βρίσκεις κοινά στοιχεία με τους ήρωες που ερμηνεύεις αλλά ακόμα μεγαλύτερη να μπαίνεις στα παπούτσια διαφορετικών από εσένα χαρακτήρων».
Πώς προσεγγίζετε τους ρόλους σας; Οταν π.χ. ερμηνεύετε τον Δον Χοσέ στη σκηνή, είστε περισσότερο μουσικός ή ηθοποιός;
«Πιστεύω ότι αυτά στην όπερα πάνε μαζί. Είναι ένα σύνολο όπου λόγος και μουσική αλληλοσυμπληρώνονται· η ορχήστρα ενισχύει με τον ήχο της τις λέξεις και το αποτέλεσμα είναι πανέμορφο. Ωστόσο, η σκηνοθεσία είναι εξαιρετικά σημαντική. Αν δεν υπάρχει καλός σκηνοθέτης ή καλό ανέβασμα, προτιμώ να κάνω μια ωραία συναυλία, ώστε ο κόσμος να συγκεντρώνεται μόνο στη μουσική. Βρισκόμαστε στο 2026 και οι άνθρωποι σήμερα περισσότερο βλέπουν παρά ακούν. Αυτό δημιουργεί προβλήματα στην κατανόηση της μουσικής. Αν μια όπερα έχει καλή σκηνοθεσία, ο θεατής παρακολουθεί τη βραδιά, παρακολουθεί μια ιστορία και απορροφάται από αυτήν, γιατί όλα δένουν αρμονικά. Αν όμως κάτι πάει στραβά, αν αποσπάται η προσοχή σου από τη μουσική, και εστιάζεις μόνο στο οπτικό κομμάτι, τότε χάνεις την ουσία».
Οπότε, ανάμεσα σε μια κλασική και μια μοντέρνα σκηνοθεσία θα επιλέξετε την κλασική;
«Αγαπώ τις κλασικές σκηνοθεσίες, εκτιμώ όμως και τις μοντέρνες, αρκεί να είναι ποιοτικές. Δυστυχώς σήμερα βλέπουμε πολλές παραστάσεις που απομακρύνονται υπερβολικά από την ιστορία και τη μουσική, με αποτέλεσμα το κοινό να χάνεται. Αν πρέπει μετά την παράσταση να σου εξηγήσουν τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης, τότε κάτι έχει αποτύχει. Αν οι τραγουδιστές που βρίσκονται στη σκηνή δεν μπορούν να μεταδώσουν το νόημα του έργου, τότε το πράγμα δεν λειτουργεί».
Οταν συμμετέχετε σε μια παράσταση αλλά δεν συμφωνείτε με τη σκηνοθετική προσέγγιση, τι μπορείτε να κάνετε ως τραγουδιστής;
«Εξαρτάται. Πριν από έναν χρόνο έκανα μια “Κάρμεν” στο Αμβούργο. Ηταν αναβίωση παλαιότερης παραγωγής, όχι νέα δημιουργία. Στα δικά μου μάτια επρόκειτο για κακή παραγωγή, με άθλια κοστούμια και γελοία σκηνοθεσία. Επειδή το έργο ανήκει στο είδος της opéra comique, ο σκηνοθέτης είχε εκλάβει το “comique” κυριολεκτικά και το είχε μετατρέψει σε κωμωδία. Εμένα με είχαν βάλει να φορέσω κάτι τεράστια λουλούδια. Ολα τα κοστούμια ήταν αποκρουστικά. Είπα στον εαυτό μου: “Εσύ θα κάνεις όπως πάντα το καλύτερο που μπορείς με τη μουσική”. Ευτυχώς είχαμε μια εξαιρετική, ιδιοφυή μαέστρο και μαζί δημιουργήσαμε πανέμορφη μουσική. Οσον αφορά τη σκηνοθεσία, έκανα ό,τι έπρεπε, αλλά αρνήθηκα να κάνω τα πράγματα που γελοιοποιούσαν τον ρόλο μου. Βρήκαμε μια χρυσή τομή· αφαίρεσα τα πιο ακραία στοιχεία και στρέψαμε τον ρόλο προς μια πιο παραδοσιακή κατεύθυνση».
Βρισκόσασταν όμως σε ένα σημείο της καριέρας σας που μπορούσατε να επιβάλετε με έναν τρόπο την άποψή σας. Ενας νεότερος συνάδελφος;
«Αν ήμουν ένας πολύ νέος τραγουδιστής, θα έλεγα “εντάξει, θα κάνω ό,τι θέλετε”, γιατί δεν θα είχα άλλη επιλογή. Αλλά πλέον δουλεύω 24 χρόνια. Εχω κάνει πάνω από 70 παραστάσεις ως Δον Χοσέ. Ξέρω τον ρόλο. Φυσικά προσαρμόζομαι στις συνθήκες της εκάστοτε παράστασης και χτίζω αυτό που θέλει ο σκηνοθέτης, αλλά βάζω ένα μεγάλο κομμάτι του δικού μου συναισθήματος στον χαρακτήρα για να τον κάνω αληθινό».
Υπάρχει κάποιος ρόλος που ονειρεύεστε να τραγουδήσετε στο μέλλον;
«Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον συγκεκριμένο. Εχω τραγουδήσει πολλούς σπουδαίους ρόλους: Τον Ρωμαίο, τον Ντε Γκριέ στη “Μανόν”, τον “Βέρθερο”. Εχω τραγουδήσει σπουδαίους ρόλους και στο ιταλικό ρεπερτόριο, στην όπερα “Μποέμ”, στην “Τραβιάτα”, στον “Ριγολέττο”, στη “Λουτσία ντε Λαμερμούρ”. Παρατηρώ ότι πολλοί συνάδελφοί μου ονειρεύονται (και επιδιώκουν) να αλλάξουν φωνητική κατηγορία – οι λετζέροι τενόροι θέλουν να γίνουν λυρικοί, οι λυρικοί βαρύτονοι θέλουν να γίνουν δραματικοί κ.λπ. Εγώ είμαι πολύ ευτυχισμένος με τη φωνή μου όπως είναι. Ελπίζω να κάνω ακόμη περισσότερα, αλλά δεν έχω απωθημένα. Θα μπορούσα να πω ότι ελπίζω να τραγουδήσω κάποια στιγμή τον Καλάφ στην “Τουραντότ”, αλλά αν δεν συμβεί, δεν πειράζει. Θέλω να τραγουδάω ό,τι ταιριάζει στη φωνή μου, χωρίς να την πιέζω».
Πολλοί συνάδελφοί σας μιλούν για τη μοναξιά και τις θυσίες που απαιτεί το επάγγελμά σας. Στη δική σας περίπτωση, τι σας έχει στερήσει η όπερα;
«Είναι ένα δύσκολο επάγγελμα, και πλέον γίνεται ακόμη δυσκολότερο γιατί υπάρχουν πολλοί τραγουδιστές και λιγότερες δουλειές. Ταξιδεύεις όλον τον χρόνο. Είναι δύσκολο να δημιουργήσεις οικογένεια. Είμαι ευγνώμων γιατί η σύζυγός μου είναι επίσης τραγουδίστρια, οπότε και καταλαβαίνει τον τρόπο ζωής μου και έχει τον χρόνο να ταξιδεύει μαζί μου. Αν είσαι με έναν άνθρωπο που κάνει μια κανονική δουλειά και πρέπει να βρίσκεται σταθερά σε μία πόλη – σε περίπτωση που υπάρχουν και παιδιά – είναι σχεδόν αδύνατο να τα καταφέρεις.
Είναι επίσης δύσκολο να κρατήσεις δυνατές φιλίες. Γνωρίζεις πολλούς συναδέλφους, τους συναναστρέφεσαι για λίγο, αλλά δεν μπορούν να γίνουν φίλοι σου γιατί γρήγορα τους αποχωρίζεσαι. Μένω στη Νίκαια της Γαλλίας, αλλά πόσες μέρες τον χρόνο περνάω τελικά στο σπίτι μου; Ισως ενάμιση με δύο μήνες το πολύ. Οι σχέσεις από απόσταση είναι δύσκολες. Ωστόσο, όλο αυτό το κάνουμε γιατί το έχουμε ανάγκη. Γιατί είμαστε καλλιτέχνες».
Η ανάγκη της έκφρασης είναι πράγματι ισχυρή κινητήρια δύναμη. Το οικονομικό; Οι απολαβές ενός λυρικού τραγουδιστή με διεθνή καριέρα σαν τη δική σας είναι αρκετές ώστε να δικαιολογούν την αφοσίωση, τον κόπο, το ρίσκο;
«Κακά τα ψέματα, όσο καλά και αν πληρώνεσαι για κάποιες παραγωγές, αυτό το επάγγελμα δεν το κάνεις για να πλουτίσεις. Ισως αυτά να συνέβαιναν παλαιότερα, όχι πια. Σήμερα, αν αφαιρέσεις τους φόρους, τα έξοδα μετακίνησης και το ενοίκιο του σπιτιού που σε φιλοξενεί όσο διαρκούν οι πρόβες και οι παραστάσεις, ακόμα και αν μείνει ένα αξιοπρεπές ποσό, δεν έχεις γίνει πλούσιος.
Δεν ζούμε πια στην εποχή που ένας τενόρος σαν τον Μάριο Ντελ Μόνακο με δύο-τρία συμβόλαια αγόραζε βίλα και καινούργια πολυτελή αυτοκίνητα. Οπως σας είπα, παλεύουμε για αυτή τη δουλειά γιατί τη χρειαζόμαστε. Οταν αγαπάς κάτι τόσο πολύ, δεν θέλεις να σταματήσεις.
Είναι τεράστια η ανταμοιβή όταν βρίσκεσαι στη σκηνή μπροστά στο κοινό, έπειτα από ενάμιση μήνα εξαντλητικών δοκιμών με τους συναδέλφους σου, και στο τέλος ο κόσμος χειροκροτεί και σου λέει: “Περάσαμε μια υπέροχη βραδιά”. Αυτό που δεν παίρνουμε πια σε χρήμα το παίρνουμε σε συναίσθημα από το κοινό.
Δεν ζούμε στην καλύτερη δυνατή εποχή· υπάρχουν πόλεμοι, τόσες δυσκολίες. Υπάρχει σύγχυση, αβεβαιότητα, φόβος. Σε τέτοιες περιόδους, οι άνθρωποι στρέφονται στην τέχνη – στη ζωγραφική, τη λογοτεχνία, τον χορό, τη μουσική, την όπερα, τον κινηματογράφο – για να μπορέσουν να ονειρευτούν. Ετσι και η όπερα είναι ένα καταφύγιο ονείρου σε δύσκολους καιρούς. Εστω και για δύο-τρεις ώρες. Για αυτές τις λίγες ώρες ξεχνάς τα προβλήματά σου, τη δουλειά, τη σχέση σου, τα οικογενειακά θέματα. Αυτό είναι ανεκτίμητο».
Οργανώνετε μόνος την καριέρα σας; Είστε εκείνος που κάνει τις διαπραγματεύσεις με τα θέατρα;
«Για εμένα, η δουλειά μου είναι το πάθος μου. Λατρεύω να κάνω πρόβες, να τραγουδάω όλη μέρα. Κινούμαι βεβαίως σε έναν παράξενο και απαιτητικό χώρο. Αν έπρεπε να “πουλήσω” τον εαυτό μου ως προϊόν, θα ήμουν απαίσιος. Θυμάμαι όταν ήμουν νέος στο Μόντε Κάρλο και τραγουδούσα σε τελετές στην εκκλησία… Η στιγμή που έπρεπε διαπραγματευτώ την τιμή ή να ζητήσω τα χρήματά μου στο τέλος της τελετής με έκανε να νιώθω φρικτά.
Γι’ αυτό είναι υπέροχο να έχεις έναν ατζέντη· εκείνος βρίσκει τη δουλειά, κάνει τη συμφωνία, και εγώ επικεντρώνομαι στο να τραγουδήσω καλά. Είναι μια συνεργασία. Αν μπεις για τα καλά μέσα στο λεγόμενο “star system”, εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Είναι μια άλλου είδους δουλειά. Πρέπει να προωθείς διαρκώς την εικόνα σου, να βρίσκεις σπόνσορες, να κάνεις ιδιωτικές συναυλίες, να κλείνεις εμφανίσεις στην τηλεόραση και συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο. Oλα αυτά είναι ένα δεύτερο επάγγελμα, παράλληλο με τη μουσική. Αν σου αρέσει, αν μπορείς να το διαχειριστείς, πάσο. Εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος».
Εκτός μουσικής πώς είναι η ζωή σας; Τι σας ξεκουράζει και σας αποφορτίζει έπειτα από μια σειρά παραστάσεων;
«Oταν έχω ελεύθερο χρόνο, επιστρέφω στη Νίκαια ή πηγαίνω με τη σύζυγό μου σε ένα πολύ όμορφο μέρος στην Ιταλία όπου έχουμε σπίτι. Εκεί πάντα χρειάζεται να κάνεις κάποιες εργασίες και μερεμέτια, οπότε αφιερώνω πολύ χρόνο σε τέτοιες δουλειές. Δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα με τα σπορ, δεν βλέπω ποδόσφαιρο και τέτοια πράγματα. Ξέρω ότι ακούγομαι λίγο παλιομοδίτης, αλλά πάνω απ’ όλα θέλω να περνάω ήσυχο και ποιοτικό χρόνο με την οικογένειά μου. Αυτό είναι το πιο σημαντικό, ώσπου να ετοιμάσω ξανά τη βαλίτσα μου για το επόμενο ταξίδι».


