Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Σαμάντα Σβέμπλιν: «Η ιδέα της κανονικότητας είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη»

Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μόλις επέστρεψε στη Γερμανία από τη Νορβηγία, όπου έμεινε για μερικές εβδομάδες. «Ο σύντροφός μου κατάγεται από το Βάλντρες και πηγαίνουμε εκεί μια φορά τον χρόνο για να επισκεφτούμε τη μητέρα του. Πρόκειται για μια πανέμορφη περιοχή, απομονωμένες καλύβες στα βουνά, περίπατοι στη φύση. Μια ωραία αντίστιξη, κατά τα λοιπά, με το Βερολίνο», την πόλη στην οποία ζει εδώ και αρκετό καιρό πια η Σαμάντα Σβέμπλιν.

Στην Ελλάδα ετοιμάζεται να έρθει για πρώτη φορά, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου). Στο «Βήμα» δηλώνει ενθουσιασμένη η αργεντινή συγγραφέας, γεννημένη το 1978 στο Μπουένος Αϊρες, από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. «Στην οπτική μου φαντασία, μοιάζει λίγο με την Ιταλία, την οποία γνωρίζω πολύ καλύτερα, αλλά, κατά κάποιον τρόπο, έχω την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι πιο εξωστρεφής, πιο φωτεινή. Ανυπομονώ να περιπλανηθώ στην Αθήνα και να γυρίσω στο σπίτι με μια αγκαλιά βιβλία».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε η καινούργια της συλλογή διηγημάτων Το καλό μες στο κακό (El buen mal, 2025). Εξι ιστορίες απρόβλεπτες, καθηλωτικές, ανατριχιαστικές. Εξι σύντομα, έντεχνα θρίλερ που εκρήγνυνται μες στην αδιανόητη καθημερινότητα. Για το συγκεκριμένο βιβλίο η Σβέμπλιν απέσπασε πριν από λίγο καιρό το νεοσύστατο (και αρκούντως φιλόδοξο) Βραβείο Aena για την Ισπανοαμερικανική Λογοτεχνία, λαμβάνοντας το χρηματικό έπαθλο του 1.000.000 ευρώ. Αραγε, της επισημαίνω χαριτολογώντας, αναφερόμενος στα ανατρεπτικά διηγήματά της, δεν είναι και κάπως τρομακτική μια τέτοια εξέλιξη, ένα τέτοιο ποσό, από τη μια στιγμή στην άλλη;

«Λόγω της γερμανικής φορολογίας, απομένει λιγότερο από το μισό. Αν το υπολογίσουμε με όρους μισθών και εξόδων διαβίωσης, το ποσό αυτό ίσως διαρκέσει μια δεκαετία, κάτι που, με τον δικό μου ρυθμό, αρκεί για να γράψω δύο ή τρία βιβλία ακόμα. Βέβαια, δεν παραπονιέμαι για το βραβείο, είμαι βαθιά ευγνώμων, αισθάνομαι τυχερή. Νομίζω, ωστόσο, ότι όλο αυτό μας βοηθά, αφενός, να βάλουμε τα πράγματα σε προοπτική και, αφετέρου, μας υπενθυμίζει πόσο λίγη οικονομική αξία αποδίδεται στα καλλιτεχνικά και ανθρωπιστικά επαγγέλματα. Πολλοί φαίνονται έκπληκτοι που μία συγγραφέας μπορεί να πάρει τόσα χρήματα για ένα λογοτεχνικό βραβείο. Εχει μάλιστα προκύψει και κάποια αντιπαράθεση σχετικά με αυτό: πρέπει όντως κάποιος/α που γράφει να πληρώνεται τόσο πολύ; Αλλά αυτό είναι περίπου ό,τι κερδίζει ένας ποδοσφαιριστής για ορισμένα ματς ή ό,τι μπορεί να κερδίσει ένας μηχανικός σε μια καλή χρονιά εργασίας».

Κυρία Σβέμπλιν, σκέφτομαι τον αμφίσημο τίτλο του βιβλίου σας. Αν υπάρχει πάντα το καλό μες στο κακό, υπάρχει πάντα, αντιστοίχως, και το κακό μες στο καλό;

«Δεν νομίζω ότι είναι απόλυτος νόμος αυτό. Η πραγματικότητα δεν είναι τόσο τακτοποιημένη. Πιστεύω, όμως, ότι μας κυβερνούν πολλές αόρατες δυνάμεις. Οι φόβοι μας, οι κληρονομημένες προσδοκίες, οι ιδέες που έχουμε για τον κόσμο – που δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος, είναι απλώς οι αντιλήψεις μας γι’ αυτόν – όλα αυτά δημιουργούν ένα πλέγμα αδρανειών που μας απομακρύνει από έναν πιο αυθεντικό και προσηλωμένο τρόπο ζωής. Βολευόμαστε στις συνήθειές μας.

Σταματάμε να επιλέγουμε συνειδητά. Σταματάμε να δίνουμε προσοχή. Αυτό που αναρωτιόμουν συνεχώς, καθώς έγραφα το “Καλό μες στο κακό”, ήταν το εξής: ποιες είναι οι δυνάμεις που αμφισβητούν αυτές τις τάσεις που έχουμε, αυτές τις αδράνειες, τι έρχεται να μας αφυπνίσει, τι μας ωθεί να ξανασκεφτούμε τα πάντα; Λοιπόν, συχνά, αυτές οι δυνάμεις είναι σκοτεινές».

Και τρομακτικές…

«Ναι, μας τρομάζουν. Επειδή απειλούν ό,τι γνωρίζουμε. Γι’ αυτό, όταν εμφανίζονται, θα προτιμούσαμε να μην είμαστε καν εκεί. Πλην όμως, στον βαθμό που δοκιμάζουν τον εφησυχασμό μας και μας σπρώχνουν να δούμε τις καταστάσεις διαφορετικά, είναι άραγε τόσο κακές αυτές οι δυνάμεις; Τα πράγματα που μας πληγώνουν, ενίοτε, μας αναγκάζουν να τα αξιοποιήσουμε. Προσαρμοζόμαστε. Επιζούμε. Αναδιοργανώνουμε τη ζωή μας γύρω από μια αγωνία, μια απώλεια, μια θλίψη, μια ρήξη. Και σε αυτή τη διαδικασία, μπορεί να αναδυθεί κάτι απροσδόκητο. Δεν λέω ότι το να υποφέρουμε είναι καλό· λέω, μάλλον, ότι υφίσταται και μια άλλη, παράξενη πιθανότητα: αυτό που μας πληγώνει μπορεί επίσης να μας μεταμορφώσει, μερικές φορές με τρόπους που ούτε θέλαμε ούτε προβλέψαμε».

Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η φράση της Σιλβίνα Οκάμπο στην προμετωπίδα της συλλογής. «Το παράξενο είναι πάντα πιο αληθινό». Συμφωνείτε πλήρως με αυτόν τον αφορισμό;

«Ο,τι είναι βίαιο, καταστροφικό και θανατηφόρο είναι κακό. Το παράξενο είναι κάτι άλλο. Το παράξενο είναι απλώς το ανοίκειο: μυστηριώδες, αλλότριο, εκτός τόπου ή χρόνου. Επειδή μας τρομάζει, το συνδέουμε συχνά με το κακό, αλλά δεν είναι το ίδιο. Ο Μαρκ Φίσερ έγραψε ένα συναρπαστικό βιβλίο για το θέμα αυτό, με τίτλο Το αλλόκοτο και το απόκοσμο. Ενα από τα συμπεράσματά του είναι ότι, τελικά, το παράξενο αποδεικνύεται το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, επειδή η ιδέα της κανονικότητας που μας συναρπάζει τόσο πολύ είναι η ίδια μια φαντασίωση, μια μυθοπλασία.

Η ύπαρξή μας είναι παράξενη. Η αποφασιστικότητά μας να επιβάλουμε τάξη στο χάος που μας περιτριγυρίζει είναι ακόμα πιο παράξενη. Ο Φίσερ υποστηρίζει, επίσης, ότι αυτή η παρόρμηση μπορεί να γίνει επικίνδυνη, ειδικά όταν μία από τις πολλές ενδεχόμενες αφηγήσεις για την οργάνωση του κόσμου αρχίζει να παρουσιάζεται ως απόλυτη αλήθεια. Ως συγγραφέας – και ίσως ακόμα περισσότερο ως αναγνώστρια – με συναρπάζουν οι ιστορίες που εκθέτουν αυτή την πλάνη, ιστορίες που αποκαλύπτουν, με ηρεμία και σαφήνεια, πόσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο παράξενο παρά στο “κανονικό”».

Είμαστε άραγε όλοι ανεξαιρέτως, όπως λέει και μια ηρωίδα, πιο κοντά στην «τρέλα» απ’ όσο νομίζουμε;

«Είμαστε. Περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Τουλάχιστον εγώ είμαι. Νομίζω ότι μας μπερδεύει αυτή η ιδέα που έχουμε φορέσει στον εαυτό μας, αυτή η ιδέα – που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα κοινωνικό και πολιτισμικό κατασκεύασμα – ότι υπάρχει κάτι όπως η “κανονικότητα”. Η έννοια της κανονικότητας είναι ίσως η μεγαλύτερη αυταπάτη μας, επειδή ζούμε μέσα σε αυτή τον περισσότερο καιρό. Λέμε στον εαυτό μας ότι οι άνθρωποι είναι ουσιαστικά ίδιοι, ότι όλοι σκεφτόμαστε λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο και πως οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε διαφορετικός, πρέπει να είναι “τρελός”, “ξένος” ή ακόμα και “επικίνδυνος”.

Κι όμως, μολονότι θα προτιμούσαμε κάτι πιο ασφαλές και παρήγορο, είμαστε όλοι πολύ πιο παράξενοι και μοναδικοί απ’ όσο πιστεύουμε. Και η άρνηση να τα αναγνωρίσουμε αυτά προκαλεί μεγάλο πόνο και σύγχυση. Ανήκουμε στο ίδιο είδος, κάτι που μας κάνει παρόμοιους από πολλές απόψεις, αλλά είναι πολύ φυσικό να νιώθουμε περίεργοι ή ακόμα και βαθύτατα μόνοι. Δεν υπάρχει τίποτα λάθος σε αυτό. Είναι απλώς μέρος του εαυτού μας».

Φλερτάρετε με πολλά αφηγηματικά είδη, από το ψυχογράφημα κλειστού χώρου μέχρι τη λογοτεχνία του φανταστικού. Σας απασχολούν οι κατηγορίες;

«Αντιλαμβάνομαι τις κατηγορίες, ωστόσο δεν τις έχω στο μυαλό μου όταν γράφω. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι κάθε φανταστικός κόσμος που δημιουργώ να έχει τους δικούς του κανόνες, τη δική του λογική και τα δικά του όρια. Οχι με την έννοια της υπαγωγής σε κάποιο είδος, κάτι που θα σήμαινε τήρηση προδιαγραφών, αλλά με την έννοια της ανακάλυψης, τι απαιτεί το ίδιο το υλικό. Ανακαλύπτω αυτούς τους κανόνες μόνο αφού κάνω τα προσχέδιά μου.

Αυτός είναι από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της δουλειάς έγκειται στο να ξαναγράφω. Επιστρέφω στο υλικό ξανά και ξανά μέχρι ό,τι κάποτε έμοιαζε επιβεβλημένο ή τεχνητό να γίνει εντελώς οργανικό – κάτι που βρίσκεται εκεί επειδή δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πουθενά αλλού. Δεν είμαι σίγουρη ότι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αν, αντί να ακολουθώ την εσωτερική λογική κάθε ιστορίας, επικεντρωνόμουν στις συμβάσεις ενός συγκεκριμένου είδους».

Τα διηγήματά σας είναι γραμμένα, θαρρώ, σύμφωνα με την άποψη που είχε ο Μπόρχες για το είδος. Εννοώ ότι, μάλλον, θα του άρεσαν…

«Συμφωνώ με την άποψη του Μπόρχες, ότι ένα καλό διήγημα δημιουργεί μια αίσθηση εύρους και βάθους πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική του έκταση. Είναι σαν ένας θάλαμος αντήχησης: κάτι αρκετά μικρό ώστε να χωράει στην παλάμη του χεριού σου, αλλά ικανό να παράγει έναν ήχο που γεμίζει ολόκληρο τον χώρο γύρω του. Επίσης, νιώθω άνετα με το διήγημα επειδή είναι η παράδοση από την οποία προέρχομαι.

Στη Νότια Αμερική – και σκέφτομαι ειδικά την Αργεντινή, τη Χιλή και την Ουρουγουάη – οι σπουδαίοι συγγραφείς είναι συχνά και σπουδαίοι διηγηματογράφοι: ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, η Αρμονία Σόμερς, ο Οράσιο Κιρόγα, ο Αντόνιο ντι Μπενεντέτο. Μερικοί, όπως ο Μπόρχες, δεν έγραψαν κανένα μυθιστόρημα. Εκπαιδεύτηκα σε λογοτεχνικά εργαστήρια όπου τα διηγήματα ήταν κυρίως αυτό που διαβάζαμε και γράφαμε. Ακόμα και σήμερα παραμένει η λογοτεχνική μορφή που μου φαίνεται η πλέον φυσική».

Πιστεύετε ότι τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη μια δεύτερη «έκρηξη» της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, της οποίας ηγούνται γυναίκες συγγραφείς;

«Στην αρχή, υπήρξε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον από τους αναγνώστες για τα έργα των γυναικών συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής, και μόνο στη συνέχεια η αγορά κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση, όταν συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Κάποιοι λένε ότι η καλύτερη λογοτεχνία που γράφεται σήμερα στη Λατινική Αμερική γράφεται από γυναίκες. Aλλοι είναι αναστατωμένοι επειδή οι εκδότες φαίνεται να εκδίδουν πλέον περισσότερες γυναίκες από άνδρες.

Δεν νομίζω ότι οι γυναίκες γράφουν καλύτερα. Απλώς φέρνουν μια ανάσα φρεσκάδας, όπως κάνει κάθε ομάδα που ιστορικά κατείχε μειονοτική θέση και ξαφνικά προσελκύει το ευρύτερο ενδιαφέρον. Και, για να αστειευτώ και λίγο, δεν νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα κομψό να παραπονιέται κανείς ότι εκδίδονται περισσότερες γυναίκες αυτές τις μέρες. Πρώτον, επειδή δεν είναι αλήθεια.

Και, δεύτερον, επειδή τα προηγούμενα δύο χιλιάδες χρόνια κυριαρχήθηκαν κατά συντριπτική πλειοψηφία από άνδρες. Oμως, πράγματι, αισθάνομαι ότι ανήκω σε μια γενιά συγγραφέων – γυναικών και ανδρών – που μοιράζονται μια ήπειρο, μια ιστορική στιγμή και, σε κάποιο βαθμό, μια ηθική ακόμα και πολιτική προοπτική για τη Λατινική Αμερική. Τους διαβάζω – όλους και όλες – με μεγάλο θαυμασμό και προσοχή. Oμως, δεν νομίζω ότι το ύφος ή τα θέματά μας είναι απαραιτήτως συγγενικά, κάτι που, για μένα, αποτελεί ακριβώς και ένδειξη μιας υγιούς λογοτεχνικής κουλτούρας».

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/books-ideas/samanta-svemplin-i-idea-tis-kanonikotitas-einai-i-megalyteri-aytapati/ ανήκει στο βιβλίο – ΤΟ ΒΗΜΑ .