Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Τρεις σκηνοθέτες, μια συνεργασία

Η ταινία: Για τον Τάσο οι μέρες περνούν ήσυχα στο μπαλκόνι παρέα με το μπαφάκι του και τον Συγκ, συγκάτοικο και κολλητό. Ένα βράδυ μια άγνωστη παρουσία στο απέναντι διαμέρισμα θα διαταράξει το αίθριο κλίμα του πλανήτη – μπαλκόνι, για λίγο αλλά αρκετά ώστε να φέρει μια μικρή ανανέωση στη ζωή των αυτοχθόνων ειδών του.

Ηθοποιοί: Γιώργος Χρυσοστόμου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Δάφνη Κιουρκτσόγλου, Gary Salomon, Στέλιος Δημόπουλος, Στράτος Μαρούδας, Elena Tsyganok

Μιλήστε λίγο για τη δημιουργία της ταινίας σας. Πώς σας ήρθε αυτή ιδέα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να την υλοποιήσετε; Τι σας ενδιέφερε, κυρίως να επισημάνετε με αυτήν;

Η ιδέα ήρθε σαν αποτέλεσμα μιας προσωπικής αλλαγής, της επιστροφής στην Ελλάδα μετά από δεκαπέντε χρόνια στη Γερμανία. Συγκεκριμένα, ένα από τα πράγματα που μου πήρε καιρό να συνηθίσω ξανά ήταν η σχέση μου με το μπαλκόνι, με έναν χώρο που είναι μεν ιδιωτικός αλλά βρίσκεσαι σε δημόσια θέα. Η ευκολία αυτής της πρόσβασης στη ζωή του απέναντι, σε συνδυασμό με την πυκνή δόμηση, μου προκαλούσε αμηχανία. Και να βρίσκομαι εγώ η ίδια έξω αλλά και να μπορώ να βλέπω τους γείτονες, συνθήκη σπάνια έως απίθανη στη βόρεια Ευρώπη. Αν από την άλλη σκεφτεί κανείς πόσο υλικό αντλούμε στη δουλειά μας μέσα από την παρατήρηση, και μπορώ να πω για τις ιστορίες που ενδιαφέρουν εμένα ότι αφουγκράζομαι και κοιτάζω πολύ γύρω μου, αυτή η ανατροπή στο αστικό σκηνικό άρχισε να φέρνει στο οπτικό μου πεδίο πληθώρα εικόνων και καταστάσεων. Θυμάμαι πχ έναν τύπο που για μήνες ήταν βιδωμένος στην ίδια καρέκλα στο ίδιο σημείο του μπαλκονιού του, και κάθε βράδυ έμπαινε μέσα για να φτιάξει τα ίδια μακαρόνια και να επιστρέψει στο μπαλκόνι του να τα φάει. Κάποια μέρα δεν εμφανίστηκε, ήρθε η επόμενη και η μεθεπόμενη και ήταν άφαντος.

Όταν έκλεισε βδομάδα με έπιασα να ανησυχώ. Σκεφτόμουν, αποκλείεται ένας τέτοιος ανθρωπότυπος να έχει φύγει απλά διακοπές – κάτι δεν πάει καλά. Αλλά και από την άλλη, τι λόγος μου πέφτει. Και εδώ βρισκόμαστε στο θέμα της ταινίας, πού ξεκινάει και πού τελειώνει η δικαιοδοσία σου όταν η ζωή του άλλου σου προσφέρεται στο πιάτο; Έχεις τον όποιο λόγο ή υπάρχει κάποια νόρμα που σε περιορίζει στο ρόλο του απλού θεατή ώστε να μην κατηγορηθείς για έλλειψη διακριτικότητας – ακόμα και για παρεμβατικότητα. Αυτή η αντίφαση που προκύπτει όταν η έκθεση της προσωπικής ζωής στο βλέμμα του άλλου είναι δεδομένη και οικειοθελής και ταυτόχρονα η αντίδραση του άλλου σε αυτό το θέαμα μπορεί να καταλήξει ακόμη και παρεξηγήσιμη. Η ταινία σπουδή πάνω σε αυτό είναι φυσικά το «Rear Window» (Σιωπηλός Μάρτυρας) του Χίτσκοκ, όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται μάρτυρας ενός φόνου που με λεπτούς χειρισμούς προσπαθεί να αποκαλύψει. Και ένα πολύ ξεχωριστό παράδειγμα τέτοιας θεματικής από το εγχώριο σινεμά είναι η ταινία «Οι Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου, όπου ένας φοιτητής στήνει κανονικά τηλεσκόπιο και παρακολουθεί καθημερινά την απέναντι, μια μεγαλύτερη του σε φανερά δυστυχή γάμο, και την ερωτεύεται. Φυσικά, και αυτές οι ιστορίες παίζουν με τα όρια της ηδονοβλεψίας, αυτό που διαφέρει όμως κάθε φορά είναι τα κίνητρα και οι προθέσεις των χαρακτήρων.

Σε σχέση με την υλοποίηση, είχα την τύχη από τη γραφή του σεναρίου να τη γυρίσω πέντε μήνες αργότερα γιατί εγκρίθηκε από πρόγραμμα του ΕΚΚΟΜΕΔ. Βοήθησε εννοείται το ότι ήμασταν σε ένα location με μικρό cast και παραγωγικά ελεγχόμενα. Από την άλλη είχα φοβερή στήριξη από όλους, συντελεστές και ηθοποιούς, δούλεψαν με πολλή φροντίδα και αγαπήσαμε όλοι αυτό που φτιάξαμε, από το γύρισμα μέχρι το post-production. Σε αντίθεση με τη Γερμανία που δεν έχει σε καμία περίπτωση την κουλτούρα της μικρού μήκους –εκεί μικρού κάνεις στη σχολή σαν άσκηση– ήταν για μένα πολύ καινούρια και συγκινητική αυτή η αλληλεγγύη.

Πώς θα χαρακτηρίζετε την κατάσταση που αυτή τη στιγμή επικρατεί στον ελληνικό οπτικοακουστικό χώρο; Πού πιστεύετε ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα;

Θα ξεκινήσω από το αισιόδοξο, και αποτέλεσμα διεκδίκησης από την πλευρά των δημιουργών και των εργαζόμενων στο χώρο, την πρωτοβουλία Ορατότης Μηδέν που πριν ένα χρόνο ανέδειξε την ανεπαρκή στήριξη του ελληνικού κινηματογράφου από το κράτος με μόλις 6.500.000€ να προβλέπονται για την ετήσια ανάπτυξη και παραγωγή ελληνικών κινηματογραφικών έργων. Ένα χρόνο μετά ανακοινώνεται ο προϋπολογισμός του 2026 που προβλέπει 15.000.000€, ποσό που ανταποκρίνεται και στα αιτήματα της πρωτοβουλίας. Βλέπουμε λοιπόν πως η μαζική διεκδίκηση και η επαγρύπνηση μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, μένει να φανεί και στην πράξη.

Πέρα από τα παραπάνω, καθοριστικός είναι και ο ρόλος των service, των ξένων παραγωγών δηλαδή που γυρίζονται στην Ελλάδα με ελληνικές εταιρείες παραγωγής να αναλαμβάνουν την εκτέλεση και το μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων να είναι Έλληνες. Είναι μεγάλη κουβέντα το τι διαχείριση γίνεται και πώς αντιμετωπίζεται η συγκεκριμένη εργασιακή συνθήκη σε σχέση με την παραγωγή μιας ελληνικής ταινίας που γίνεται με περιορισμένους πόρους. Το ερώτημα είναι αν τελικά τα οφέλη των service για τις ελληνικές εταιρείες είναι σε θέση να αξιοποιηθούν συνεπικουρικά και έμπρακτα προς ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, αν όντως δηλαδή η συνεχής και ευρεία ανάληψη τέτοιων έργων μπορεί να λειτουργήσει παράλληλα ευεργετικά για το ελληνικό σινεμά. Αυτό που βλέπουμε ως τώρα είναι ότι η ελληνική ταινία έρχεται σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Σίγουρα, πέρα από τις προθέσεις και τη διαχείριση του ιδιωτικού τομέα, η διεκδίκηση μιας βιώσιμης κρατικής στήριξης που θα έπρεπε να εξασφαλίζει ακόμη και αυτάρκεια στην υλοποίηση –χωρίς να είναι το κυνήγι συμπαραγωγών προϋπόθεση– και σίγουρα αμεσότητα ώστε να μη χρειάζεται ο δημιουργός να περιμένει μίνιμουμ πενταετία για να κάνει τη μεγάλου μήκους του δεν πρέπει να σταματήσει.

Υπάρχει κάποια ταινία μεγάλου μήκους στα σχέδιά σας;

Στα κοντινά σχέδια υπάρχει άλλη μία μικρού αλλά ταυτόχρονα έχω και σενάριο μεγάλου που δουλεύω. Η αλήθεια είναι ότι με τρομάζει η ιδέα της ατελείωτης αναμονής, με ρίσκο να μετριαστεί ο ενθουσιασμός για την ιστορία σου. Προσωπικά επειδή μ’ ενδιαφέρει το σινεμά χαρακτήρων, προσπαθώ να συμπεριλαμβάνω τον παράγοντα του παραγωγικά υλοποιήσιμου ήδη από τη γραφή, χωρίς να σημαίνει ότι αυτοπεριορίζομαι, απλώς φροντίζω να σκέφτομαι και ρεαλιστικά.

Αν σας δινόταν η ευκαιρία να εργαστείτε στο εξωτερικό εγκαταλείποντας την Ελλάδα, τι θα κάνατε;

Είναι μια πίστα που νομίζω την έχω εξαντλήσει μετά από τόσα χρόνια έξω. Η μεταναστευτική ταυτότητα είναι περίπλοκο βίωμα, ακόμη κι αν μιλάς τη γλώσσα, ακόμη κι αν θεωρείσαι ενσωματωμένος, ο αγώνας που δίνεις για να σε βλέπουν ισότιμα δε σταματά ποτέ – τουλάχιστον από τη δική μου εμπειρία με τη Γερμανία. Παρά τις δυσκολίες στην Ελλάδα η αλληλοϋποστήριξη και η συντροφικότητα που είδα στη δουλειά μας ήταν πρωτοφανής, δε συμβαίνει πάντα αλλά δεν είναι ούτε εξαίρεση, το λέω έχοντας περάσει πλέον από περισσότερα εργασιακά περιβάλλοντα εδώ. Σε σύντομο διάστημα έκανα καλούς φίλους και καλούς συνεργάτες, για αυτό και χαίρομαι την απόφαση της επιστροφής.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/2026/06/09/culture/treis-skinothetes-mia-synergasia/ ανήκει στο Κινηματογράφος – ΤΟ ΒΗΜΑ .