Το «πάρε τη ζωή στα χέρια σου» δεν είναι μια θετική προτροπή;
«Είναι. Παρ’ όλα αυτά, ένα τόσο θετικό μήνυμα σε έναν άνθρωπο που δεν θέλει να μπει σε αυτό το ρίσκο, ανατρέπει όλη τη ζωή του. Στην ουσία όμως δεν είναι τόσο αγνή η προτροπή τους γιατί κάποιοι κερδίζουν από αυτό. Στην περίπτωση της ηρωίδας το ψέμα είναι αληθινό και την κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι είναι ένα ψέμα-ψέμα. Και καταστρέφεται. Γιατί μέσα σε όλο αυτό που ζει, η ίδια έχει βρει τις δικλίδες ασφαλείας της. Μάλιστα λέει χαρακτηριστικά ότι “όταν τα πράγματα πάνε στραβά, φωνάζω το καράβι μου – έχω ένα καράβι, και βγαίνει και γλιστράει απαλά πάνω στο χαλί. Κι έχει και φωτάκια και παίζουν και μουσική στο κατάστρωμα…”. Κι αυτό την ηρεμεί. Στο τέλος όμως, όταν καλεί το καράβι της, αυτό δεν έρχεται. Γιατί της γκρέμισαν το όνειρο… Δεν την άφησαν στην ησυχία της γιατί τους ήταν χρήσιμη».
Πώς συνομιλεί το έργο με το σήμερα;
«Είναι ακραία επίκαιρο γιατί μιλάει για τις σχέσεις και γι’ αυτή τη χρησιμοθηρία που μπορεί να υπάρχει στις σχέσεις, στον τρόπο που είναι δομημένες. Παρ’ όλα αυτά αφήνει ένα αισιόδοξο μήνυμα γιατί αν και μιλάει για δύσκολα πράγματα έχει ένα ιδιαίτερο χιούμορ και δίνει ανάσα στον θεατή. Ετσι το γράφει ο Κατσικονούρης, έτσι το αντιμετωπίζει και ο σκηνοθέτης. Σαν ιλαροτρωδία. Εχει λεπτές αποχρώσεις, λεπτές γραμμές. Είχα καιρό να ασχοληθώ με κάτι τόσο ιδιαίτερο».
Εχετε κοινά στοιχεία με τη Φωτεινή;
«Αυτό ακριβώς είναι το κοινό μου στοιχείο: Οτι όταν τα πράγματα πάνε στραβά, μου είναι αδύνατον να το δεχθώ. Δεν δημιουργώ όμως μια ψεύτικη πραγματικότητα, αλλά μέσα σε αυτή την πραγματικότητα βρίσκω κάτι, έστω λίγο, θετικό. Δεν θα το διαγράψω ολόκληρο, θα ψάξω το καλό. Προσπαθώ και θέλω να βρίσκω το φως και μέσα από τους ανθρώπους και μέσα από τις καταστάσεις. Πιστεύω ότι ήρθαμε στον κόσμο για να αφήσουμε κάτι καλό, οπότε δεν έχει νόημα η σκοτεινιά, η μιζέρια. Και μάλιστα ανθρώπους που μου δημιουργούν τόσο αρνητικά συναισθήματα δεν τους κάνω παρέα. Από μικρή αφήνω ευκαιρίες στους ανθρώπους, αλλά αν απογοητευτώ απομακρύνομαι, προσπαθώντας να διασφαλίσω εμένα».
Εσείς, πάλι, πήρατε νωρίς τη ζωή στα χέρια σας…
«Πράγματι. Τελειώνοντας τη σχολή, ως αριστούχος μάλιστα, είχα τη δυνατότητα να προσληφθώ στο Εθνικό. Ομως ο Μηνάς Χατζησάββας, τον οποίο και θεωρώ θεατρικό μου πατέρα, μέντορά μου, είμαστε και απ’ το ίδιο χωριό της Καππαδοκίας, τη Σινασό, με προέτρεψε να μην παραμείνω, αλλά να βγω έξω, να παίξω. Ηταν ο πρώτος που με έκανε να πιστέψω σε μένα. Κι έτσι έφυγα και πήγα στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, στη Μάγια Λυμπεροπούλου και άρχισα από νωρίς να γεμίζω τις αποσκευές μου με ανθρώπους ουσιαστικούς, ρόλους, ρεπερτόριο, ωραίες σχέσεις. Ο,τι είναι αυτό που έχω φτιάξει, κερδήθηκε πόντο-πόντο… Από εκεί με είδε ο Χουβαρδάς και με πήρε στο Αμόρε – η μία δουλειά έφερνε την άλλη. Η τηλεόραση μπήκε αρκετά νωρίς στη ζωή μου και σιγά-σιγά μάθαινα τον κώδικά της. Οπότε όταν ήρθαν οι μεγάλοι ρόλοι είχα κάποιες αποσκευές για να τους διαχειριστώ. Για μας τους ηθοποιούς το ενδιαφέρον είναι να παίζουμε μη αναμενόμενα πράγματα, να τσαλακώνουμε την εικόνα μας, να την αλλάζουμε. Αυτή η δουλειά παραμένει σαν παιχνίδι. Με πολύ κόπο έγιναν όλα, με πολλή δουλειά, διάβασμα, αφοσίωση. Και αισθάνομαι ευνοημένη γιατί έζησα μια εποχή θεάτρου που γνώρισα πραγματικά σπουδαίους ανθρώπους – συνεργάστηκα με τον Ζυλ Ντασσέν, τον Μίνω Βολανάκη, το Αμόρε και τον Γιάννη Χουβαρδά, τον Κώστα Τσιάνο, την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Δεν φανταζόμουν ποτέ ως παιδί ότι θα συναντήσω, θα συναναστραφώ και θα μοιραστώ τη σκηνή με αυτούς τους ανθρώπους. Γιατί από μικρή σκεφτόμουν το θέατρο».
Παράλληλα συνεχίζετε με «Τα τετράδια της Ανζέλ Κουρτιάν».
«Ναι, είναι κάτι που το αγάπησα πολύ. Φέτος είναι η 9η χρονιά. Ξεκίνησα για μία παράσταση και φτάσαμε τις 150, εντός και εκτός Ελλάδας (ΗΠΑ, Γαλλία, Κύπρος). Ευαισθητοποιήθηκα περισσότερο για τους Αρμένιους μετά την Ανζέλ».



