
Νεφέλη Γαλεράκη Στεργίου
Κωνσταντίνος Τσακιρόπουλος
Πώς μπορεί ένα έργο 2.500 ετών να επικοινωνεί σφοδρά με το σήμερα;
Ο Ευριπίδης στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, γράφει τις Τρωάδες. Αξιοποιεί-κατά πολλούς- το μύθο της Τροίας, για να σχολιάσει την κατάληψη της Μήλου από τους Αθηναίους. Η κατάληψη της Μήλου, η σφαγή των αντρών, και η διαλογή των αιχμαλώτων, είναι ο παραλληλισμός που εντοπίζεται στις Τρωάδες. Μία ιστορία που δίνει φωνή στους ηττημένους, και αρχίζει όταν ο πόλεμος τελειώνει για τους νικητές! Στο έργο οι Τρωάδες περιμένουν την μοίρα που τους επιφυλάσσουν οι κατακτητές, και το στομάχι σφίγγεται, γιατί οι εικόνες είναι γνώριμες από την οδυνηρή επικαιρότητα. Οι πόλεμοι αλλάζουν εποχή, τόπο και “αφορμές”, όμως οι ζωές που συντρίβονται από αυτούς παραμένουν αναγνωρίσιμες.
Με ποιες Τρωάδες όμως συναντηθήκαμε στο «Σχολείον της Αθήνας – Ειρήνη Παππά», μία Τετάρτη του Σεπτέμβρη; Η Ελένη Ευθυμίου επιλέγει συνειδητά να δώσει φωνή σε όλες όσες αναμένουν τα δεινά. Στις «γνωστές», επιφανείς γυναίκες της Τροίας, αλλά και σε όλα αυτά τα πληττόμενα σώματα που και πριν τον πόλεμο είχαν σπάνια το δικαίωμα της αφήγησης.1 Εντός και εκτός σκηνής, η συμπερίληψη αποτελεί οργανικό στοιχείο της παράστασης. Εκτός σκηνής, με υπέρτιτλους και ερμηνεία στην ελληνική νοηματική γλώσσα, όπως παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο. Εντός σκηνής, συνυπάρχουν ερμηνεύτριες και ερμηνευτές με ή χωρίς αναπηρία, ενήλικες και παιδιά, μεταξύ τους μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει». Κάθε στοιχείο της παράστασης μοιάζει να μας επιστρέφει στους πολέμους του σήμερα. Από τα σκηνικά και τα κοστούμια, που αποφεύγουν την εξιδανικευμένη εικόνα της αρχαιότητας και παραπέμπουν σε σύγχρονες εικόνες πολέμου, βίας και προσφυγιάς, μέχρι την παρουσία των παιδιών, που παίζουν ανέμελα τον πόλεμο – μια εικόνα που συντρίβεται απότομα από τη βία.
Γυναίκες και παιδιά θα ζήσουν με τις συνέπειες της ήττας: σκλαβιά, θάνατος, κακοποίηση, βιασμοί…Εκάβη, Κασσάνδρα, Ανδρομάχη και Ελένη έρχονται αντιμέτωπες με την καταστροφή σε διαφορετικές εκφάνσεις, με τις ερμηνείες τους να είναι συγκλονιστικές. Η Κασσάνδρα γίνεται λάφυρο ενός κατακτητή, η Ανδρομάχη βλέπει τα σφάλματα της δίψας για πόλεμο του ανδρός της στο θάνατο του γιου της, η Εκάβη καθηλωμένη στην Τροία τα χάνει όλα! Και η Ελένη; Δεν είναι παρά ένα «πουκάμισο αδειανό», όπως γράφει ο Σεφέρης, απογυμνωμένη από τον μύθο της μοιραίας γυναίκας και παρουσιασμένη μέσα από τα τραύματα ενός σώματος που έχει χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για τα συμφέροντα των ισχυρών. Το κλειδί της παράστασης, όμως, κρύβεται και στον χορό. Η σκηνοθέτιδα δίνει φως σε όσες που πριν και τώρα ήταν αθέατες και σκλάβες, που δεν χαίρουν της αντιμετώπισης της Εκάβης (ή κάθε συγγενούς του βασιλιά Πρίαμου) την οποία ούτε οι φύλακες των νικητών δεν την πειράζουν. Το γυναικείο σώμα γίνεται ακόμη πιο έντονα λάφυρο του πολέμου, πεδίο άσκησης βίας και εξουσίας. Ο φόβος του εκτοπισμού, της σκλαβιάς ή και της δολοφονίας, τους δίνει φωνή -ίσως-για πρώτη φορά. Η ατομική οδύνη γίνεται συλλογική εμπειρία και κορυφώνεται στην στιγμή που ακούγεται από τον χορό: “Τώρα που αντέχουμε όλες μαζί, νιώθω λιγότερο μόνη από ποτέ”.
Τα παιδιά, από την άλλη, δεν είναι απλώς θεατές της καταστροφής, για αυτό και έχουν ενεργό ρόλο στην παράσταση. Παίζουν τον πόλεμο, τον υφίστανται, και κληρονομούν τις επιπτώσεις του. Ο θάνατος του Αστυάνακτα και της Πολυξένης, με ιδιαίτερο σημείο στην παράσταση την ταφή του Αστυάνακτα παρουσία των παιδικών του φίλων, σηματοδοτεί την καταστροφή της παιδικής αθωότητας. Ταυτόχρονα η παρουσία των «παιδιών του λοξία» προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην εικόνα της ευαλωτότητας και της βίας.
Η απώλεια, ο εκτοπισμός και εποικισμός, η βία απέναντι στους αμάχους, η «πρόφαση» του πολέμου…
Όλα συνθέτουν ένα τοπίο, που στην έξοδο της παράστασης φεύγουμε σιωπηλοί. Δεν είναι το σοκ, όσο ότι ο Ευρυπίδης προσφέρει έναν τρόπο να αναγνωρίζουμε μοτίβα που επαναλαμβάνονται στους σύγχρονους πολέμους, και η διασκευή της Ευθυμίου μας φέρνει πιο κοντά σε εικόνες φρίκης που βλέπουμε live στις οθόνες μας. Πόσο μακριά είναι τελικά η Τροία από την Γάζα; Η απώλεια, ο εκτοπισμός και εποικισμός, η βία απέναντι στους αμάχους, η «πρόφαση» του πολέμου…Τα παιδιά που παίζουν στον πόλεμο-είτε με χάρτινα καραβάκια που κατέκλυσαν την σκηνή-είτε με χαρταετούς που ποινικοποιούνται πια στην Παλαιστίνη. Ακόμη και στο τέλος του έργου που οι ίδιες οι γυναίκες καίνε την Τροία, μπορούμε να μιλάμε για μία καθολική καταστροφή, αλλά και για μια τελευταία πράξη αντίστασης και συλλογικότητας…
Όσο η ιστορία γράφεται από τους δοξασμένους νικητές, τέτοιες θεατρικές παραστάσεις δίνουν την δυνατότητα στους ηττημένους-ακόμη μέσα και από μύθους-να βρουν την φωνή τους και να αποκαταστήσουν ένα μέρος της αλήθειας. Κάθε ερμηνεία ξεχωρίζει και συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση. Μία παράσταση από και προς όλους-όλες-όλα που μας αφήνει ένα ερώτημα: Όταν οι Τρωάδες αλλάζουν όνομα και τόπο, εμείς θα τις αναγνωρίσουμε; Πώς θα δράσουμε.
Οι Τρωάδες και ο διαχρονικός πόνος του πολέμου


