Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Ο Μαυροειδής, σκηνοθέτης βραβευμένων ταινιών όπως «Ο ξεναγός» (2011) και «Το καλοκαίρι της Κάρμεν» (2023), αλλά και σύμβουλος σεναρίου, στη δεύτερη συγγραφική του απόπειρα επιβεβαιώνει ότι η λογοτεχνία τού ταιριάζει εξίσου με την εικόνα. Με μέτρο, οικονομία και οξυδέρκεια παρακολουθεί τους ανθρώπους του, Ελληνες και ξένους, στις μικρές τους μετατοπίσεις, ανασύροντας από τις πιο καθημερινές σκηνές το χιούμορ, τη σκωπτική διάθεση και τη γλυκόπικρη μελαγχολία πίσω από τις ρωγμές που αφήνει ο χρόνος – και ο μαζικός τουρισμός ή η κλιματική κρίση.
Τη δε νοσταλγία, προσπαθεί να τη διατηρεί πάντοτε υπό έλεγχο, σαν κάτι που οφείλει να ξορκιστεί. «Τι νόημα έχει να αντιστέκεσαι στην αλλαγή;», λέει η ηρωίδα του στο πολύπαθο Κουφονήσι. Το καλοκαίρι, όπως και ο χρόνος, ποτέ δεν επιστρέφει πραγματικά, παρά μόνο επανέρχεται με το νέο πρόσωπό του.
Στο βιβλίο γράφετε για τα καλοκαίρια που ζήσατε, γι’ αυτά που θα θέλατε να είχατε ζήσει ή για εκείνα που χάνονται οριστικά; Δηλαδή για να διασώσετε τη μνήμη, για να αναπληρώσετε το ανεκπλήρωτο ή για να ξορκίσετε τη νοσταλγία για το ελληνικό καλοκαίρι που έχει απολεσθεί;
Οι τρεις αυτές προθέσεις είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ανάλογα με την ηλικία και τις μνήμες, κάθε αναγνώστρια/ης θα βιώσει διαφορετικό βαθμό νοσταλγίας για τα στοιχεία του ελληνικού καλοκαιριού που έχουν χαθεί, είτε λόγω της επέλασης της τουριστικής βιομηχανίας είτε λόγω της κλιματικής αλλαγής. Διάβασα πρόσφατα για μια επίσημη, κρατική τελετή που οργανώθηκε στην Ισλανδία για να αποχαιρετίσουν τον πρώτο παγετώνα που αφανίστηκε πλήρως λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Νιώθω ότι κι εμείς έχουμε πολλά να πενθήσουμε – δάση που κάηκαν, άνυδρες πλαγιές που “αναπτύχθηκαν” σε τσιμεντένια τουριστικά τέρατα, παραλίες που καταπατήθηκαν, το πάλαι ποτέ ήπιο κλίμα που γίνεται όλο και πιο εχθρικό – και ότι ίσως θα έπρεπε να οργανώσουμε αντίστοιχες τελετές.
Μια τέτοια συλλογική κίνηση, αν μη τι άλλο, θα καθιστούσε σαφές ότι αντιμετωπίζουμε έναν αμετάκλητο αποχαιρετισμό και ίσως έδινε συνοχή στο άρρητο πένθος που βιώνουμε κάθε καλοκαίρι διατρέχοντας τα κακοποιημένα τοπία της χώρας.
Θα μας βοηθούσε επίσης να αναγνωρίσουμε τα αίτια, γιατί, είτε πρόκειται για τον υπερτουρισμό είτε για την κλιματική καταστροφή, η γενεσιουργός δύναμη είναι κοινή: η ανθρώπινη απληστία και η παντελώς ανορθολογική πίστη στην αέναη οικονομική ανάπτυξη εντός ενός πεπερασμένου κόσμου. Κάπως πρέπει να βγούμε από αυτόν τον αυτοκαταστροφικό, υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής. Προσωπικά, ανατρέχοντας στις καλοκαιρινές μνήμες μου, επιβεβαιώνω ξανά και ξανά την ανεκτίμητη αξία της “αναξιοποίητης” φύσης και του απέριττου βίου.
Το καλοκαίρι επιστρέφει σχεδόν εμμονικά στο έργο σας, από τις ταινίες μέχρι τους «Θεριστές». Τι αντιπροσωπεύει για εσάς; Είναι μια εποχή ελευθερίας, ενηλικίωσης, απώλειας ή ένας τόπος όπου οι ήρωές σας δοκιμάζονται;
Το καλοκαίρι είναι μια εποχή που μπορούμε να πειραματιστούμε με την ταυτότητά μας. Μπορούμε να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας, έστω και παροδικά, μέσα από τις εφήμερες γνωριμίες. Το καλοκαίρι φέρει επίσης ένα ρολόι που μετράει αντίστροφα, και αυτό από μόνο του είναι γόνιμο δραματουργικό εφαλτήριο. Υπάρχει επίσης κάτι που επισήμανε η αγαπημένη σκηνοθέτρια Εύα Στεφανή στην παρουσίαση της συλλογής: τα καλοκαίρια, ειδικά αυτά των νεανικών χρόνων, είναι γεμάτα υποσχέσεις. Είναι ο χρόνος στον οποίο προσβλέπουμε να εκπληρωθούν οι πιο μύχιες επιθυμίες μας, μια συνθήκη εν δυνάμει – τι πιο συναρπαστικό.
Στα έργα σας, είτε πρόκειται για το βιβλίο είτε για τις ταινίες, νιώθω ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία. Πώς ξεκινά συνήθως μια ιστορία για εσάς; Από μια εικόνα, έναν χαρακτήρα, μια ανάμνηση ή από κάτι εντελώς διαφορετικό;
Μου είναι συνήθως δύσκολο να εντοπίσω την αφετηρία μιας ιστορίας. Κάθε διήγημα ή σενάριο εμπεριέχει πολλές ιδέες, άλλες βιωματικές, άλλες μυθοπλαστικές, άλλες πρόσφατες, άλλες παλαιότερες, άλλες παντελώς ξεχασμένες που νεκρανασταίνονται σιωπηρά κ.ο.κ.
Ενα παράδειγμα: το διήγημα “Σύρος” περιέχει μια σεκάνς από ένα αστυνομικό σενάριο που δεν ολοκλήρωσα ποτέ, ένα εφηβικό μου όνειρο με τη γιαγιά μου, ένα στοιχείο από ένα σενάριο μιας συριανής μαθήτριάς μου, ξέφτια από το διήγημα “Κίναρος” που έμεινε εκτός συλλογής, εικόνες από μια μοναχική βόλτα μου στην Ανω Σύρο και το βίωμα της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής ως ηλιακό ρολόι. Ολα αυτά μαζί μπολιάστηκαν σε μια ιστορία για μια νεαρή μητέρα η οποία ταξιδεύει στη Σύρο για να αδειάσει το σπίτι της γιαγιάς της που βγαίνει προς πώληση.
Μετά το «Καλοκαίρι της Κάρμεν», που ταξίδεψε στη Βενετία, και ενώ εξελίσσονται νέα κινηματογραφικά σχέδια, τι αισθάνεσθε ότι ανοίγουν οι «Θεριστές» στη δημιουργική σας διαδρομή; Σηματοδοτούν μια νέα φάση στη γραφή και στον τρόπο με τον οποίο αφηγείστε ιστορίες;
Γράφοντας τους “Θεριστές” ένιωσα σαν να ολοκλήρωσα 42 ταινίες μικρού μήκους. Η συγγραφή της συλλογής ήταν ιδιαίτερα απολαυστική αλλά και ανακουφιστική, καθώς έβγαλα από μέσα μου πάρα πολλές ιδέες που συσσωρεύονταν στην κινηματογραφική “επετηρίδα” – ιδέες που ευελπιστούσαν να γίνουν ταινίες. Ταυτόχρονα, συνειδητοποιώ πως οι “Θεριστές” είναι μια αντανάκλαση του κινηματογραφικού μου έργου, με όλες του τις αντιφάσεις.
Στο διήγημα της “Θηρασιάς” αφηγούμαι την αληθινή ιστορία της κυρίας Ειρήνης, της πρωταγωνίστριας του ντοκιμαντέρ “Στο σώμα της” (2018), με θέμα ένα τοπικό θρησκευτικό έθιμο και πρωταγωνίστριες τις γυναίκες που το στηρίζουν ακόμη. Αλλα διηγήματα, όπως οι “Λειψοί”, η “Ανάφη” και η “Νάξος”, εστιάζουν σε queer πρωταγωνιστές και τις ξεδιάντροπες περιπέτειές τους, συγγενεύοντας με την πιο πρόσφατη κωμωδία μου “Το καλοκαίρι της Κάρμεν”.
Τα πρόσωπα των διηγημάτων καλύπτουν ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα ταυτοτήτων, κάτι που για εμένα αποτελεί και την κρυφή υπεραξία της συλλογής: η αντιπαραβολή τόσο ετερόκλητων ανθρώπων με ισότιμες δόσεις ανθρωπιάς, σαρκασμού και αναστοχασμού οδηγεί σε αυτό που αναφέρεται στην υποσημείωση της έκδοσης περί ιχνηλάτησης του συλλογικού βιώματος του ελληνικού καλοκαιριού.
Δεδομένου ότι το προηγούμενο βιβλίο σας, το «Εφτά ψυχές στο στόμα», είναι στη διαδικασία να μεταφερθεί στον κινηματογράφο ως animation, σκέπτεστε ήδη τους «Θεριστές» ως μια πιθανή ταινία ή θεωρείτε ότι οι ιστορίες τους ανήκουν αποκλειστικά στη λογοτεχνία;
Θα μπορούσαν σίγουρα να μεταφερθούν στον κινηματογράφο ως ταινίες. Ως δραματουργικό υλικό ενδείκνυνται για μια σπονδυλωτή ταινία με θέμα το ελληνικό καλοκαίρι. Νομίζω όμως πως θα με ιντρίγκαρε περισσότερο να μην τις σκηνοθετήσω εγώ, αλλά να τις δω στην οθόνη μέσα από το βλέμμα άλλων σκηνοθετριών και σκηνοθετών.
Οταν γράφετε λογοτεχνία, μπορείτε πραγματικά να «ξεχάσετε» ότι είστε σκηνοθέτης ή ο κινηματογραφικός τρόπος σκέψης είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της γραφής σας;
Μοιραία έχω μάθει να εκφράζομαι περισσότερο με εικόνες, οπότε και στη λογοτεχνική μου γραφή υπάρχουν πολλά “πλάνα”, από γενικά σε τοπία μέχρι κοντινά σε λεπτομέρειες του “σκηνικού” ή των χαρακτήρων.
Ταυτόχρονα, με γοητεύει βαθύτατα η αφαιρετικότητα της λογοτεχνικής περιγραφής. Αυτό το παράδοξο του να μπορείς να καταδύεσαι στα εσώψυχα ενός χαρακτήρα, να γνωρίζεις τις σκέψεις και να συμπάσχεις με τα πάθη του χωρίς να έχεις την παραμικρή ένδειξη του παρουσιαστικού του. Ο κινηματογράφος είναι δέσμιος της κυριολεξίας της φωτογραφικής απεικόνισης, εξ ου και η συμβολή του φαντασιακού του κοινού στην αφήγηση είναι τελείως άλλης τάξης.
Σε ό,τι αφορά τα σχέδιά σας γενικότερα, αυτή την περίοδο κινείστε ταυτόχρονα ανάμεσα στη μυθοπλασία, το animation και το ντοκιμαντέρ. Τι είναι αυτό που σας οδηγεί κάθε φορά να επιλέξετε το κατάλληλο μέσο για μια ιστορία; Υπάρχουν ιστορίες που «ζητούν» να γίνουν ταινία;
Κάθε ιστορία μπορεί να ακολουθήσει πολλές διαφορετικές διαδρομές για να συναντήσει το κοινό. Μετά την έκδοση των “Θεριστών” νιώθω ότι έχω πλέον στη διάθεσή μου δύο διακριτές οδούς για να ικανοποιήσω τη βαθιά ανάγκη μου να αφηγούμαι, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.
Είναι τόσο πολύπλοκη, πιεστική, ακριβή και χρονοβόρα η δημιουργία μιας ταινίας σε σύγκριση με την εσωστρεφή κατάνυξη της συγγραφής ενός λογοτεχνικού έργου, που είναι τεράστιο προνόμιο να έχεις αυτή την επιλογή. Ταυτόχρονα, η μία τέχνη συνομιλεί με την άλλη πολύ γόνιμα. Νιώθω δηλαδή ότι γράφοντας λογοτεχνία κατανοώ βαθύτερα την κινηματογραφική αφήγηση και το αντίστροφο.



