Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Σωτήρης Ριζάς: «Ο Ζολώτας ήθελε μια οικονομία ανταγωνιστική και εξωστρεφή» – ΤΟ ΒΗΜΑ

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τρεις φορές διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ 1944-1945, 1955-1967 και 1974-1981, πρωθυπουργός στην οικουμενική κυβέρνηση του 1989, διακεκριμένος οικονομολόγος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ο Ξενοφών Ζολώτας (1904-2004) υπήρξε παρών στη δημόσια ζωή της χώρας για περισσότερα από 60 χρόνια, χρονικό διάστημα που υποδηλώνει τόσο τη σημασία του ως διαμορφωτή πολιτικής, όσο και τη διαρκή επικαιρότητα της σκέψης του.

Τη μακρά αυτή θητεία παρακολουθεί εγγράφοντάς τη σε μια συλλογική τροχιά ο διευθυντής Ερευνών του Κέντρου Έρευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού, της Ακαδημίας Αθηνών Σωτήρης Ριζάς, στο πρόσφατο βιβλίο του Ο Ξενοφών Ζολώτας και η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας (εκδ. Τράπεζας της Ελλάδος).

Μιλήσαμε μαζί του για τον ρόλο που έπαιξε ο Ζολώτας ως οικονομολόγος, τη θέση του στα μεγάλα ρεύματα της οικονομικής σκέψης του 20ού αιώνα και την πολιτική της νομισματικής σταθερότητας.

Ποιος ήταν ο ρόλος του Ξενοφώντα Ζολώτα την περίοδο της αλματώδους ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60;

«Ο Ξενοφών Ζολώτας, από το 1955 ως το 1967, ήταν διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, υπέρμαχος μας πολιτικής νομισματικής σταθερότητας. Προφανώς, την περίοδο αυτή δεν άλλαξε το υπόδειγμα της οικονομικής πολιτικής – ωστόσο ένα οξύ ζήτημα αναφάνηκε μεταξύ 1953 και 1955, αυτό της χρηματοδότησης της οικονομικής ανάπτυξης. Πώς θα γινόταν αυτή; Τα κεφάλαια έλειπαν. Εδώ, η συνεισφορά του Ζολώτα, σε σχέση με τον Σπύρο Μαρκεζίνη, υπουργό Συντονισμού στην κυβέρνηση Παπάγου, μεταξύ 1952 και 1954, είναι σημαντική. Ο Μαρκεζίνης εστίαζε στην προσέλκυση ξένου κεφαλαίου, κάτι διόλου εύκολο σε εκείνη τη φάση. Ο Ζολώτας θεωρούσε ότι έπρεπε να αξιοποιηθεί, πάση θυσία, για τα έργα ανασυγκρότησης ό,τι υπόλοιπο προέκυπτε από τη φθίνουσα αμερικανική βοήθεια και από εκεί και πέρα να κινητοποιηθεί το εγχώριο δυναμικό.

Αυτές οι πρώτες προσπάθειες με ίδιους πόρους θα έλκυαν στη συνέχεια και ξένο κεφάλαιο. Από τη μια επομένως, έχεις μια στρατηγική αναμονής, και είναι σύνηθες στην Ελλάδα να αναμένεται χείρα βοηθείας από το εξωτερικό, από την άλλη μια διακριτή επιλογή έμφασης στις εγχώριες δυνατότητες. Τον Ζολώτα τον βοήθησε η δημοσιονομική και νομισματική σταθεροποίηση, ώστε να παρουσιάσει μια εικόνα σταθερότητας με αποτέλεσμα την εισροή αποταμιεύσεων.

Αυτές, με τη σειρά τους, επέτρεψαν και στις εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις, αναπτυξιακά σχέδια, πρωτοβουλίες. Τα πρώτα σημεία, ας πούμε, ”απογείωσης” της οικονομίας, φάνηκαν το 1956-1957, με επενδύσεις όπως της Ολυμπιακής Αεροπορίας και των Διυλιστηρίων του ομίλου Νιάρχου και κατόπιν, στη δεκαετία του ’60, του Αλουμινίου της Ελλάδος. Ο Ζολώτας κατανοούσε μάλιστα ότι από ένα σημείο και μετά πρέπει να υπάρξει μια ελληνική οικονομία ανταγωνιστική και εξωστρεφής, το καταλληλότερο πλαίσιο για την οποία θα ήταν η Κοινή Αγορά. Είναι ενδεικτικό της αισιοδοξίας της εποχής, το γεγονός ότι πίστευε πως η ελληνική βιομηχανία δε χρειαζόταν παρά να κερδίσει ένα μικρό ποσοστό της αγοράς αυτής για να ευημερήσει στο σύνολό της η ελληνική οικονομία. Δεν αντιλαμβανόταν το άνοιγμα ως απειλή, αλλά ως ευκαιρία».

Πώς τοποθετείται η οικονομική σκέψη του Ζολώτα σε σχέση με τα μεγάλα ρεύματα της εποχής του;

«Τον χαρακτηρίζει ένας ”φιλελεύθερος εκλεκτικισμός”, όπως σωστά έχει παρατηρήσει ο Μιχάλης Ψαλιδόπουλος. Είναι επίσης εντυπωσιακό το γεγονός ότι από το 1926, υποστήριζε την ανάγκη εκβιομηχάνισης, συμβατική σοφία μετά την Απελευθέρωση, διόλου αυτονόητο όμως στον Μεσοπόλεμο. Το μοτίβο της σκέψης του ευνοούσε τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, μια φιλελεύθερη πολιτική, συγκράτηση στο ζήτημα των σχέσεων κεφαλαίου – εργασίας. Τα πάντα υπάγονταν στην ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας, πρώτα και των αμοιβών στη συνέχεια. Με αυτή την έννοια είναι ένας φιλελεύθερος οικονομολόγος. Δεν απέρριπτε την κρατική παρέμβαση, αλλά δεν ήταν υπέρμαχος της κρατικής ιδιοκτησίας».

Στο πρότυπο της πολιτικής της νομισματικής σταθερότητας που άσκησε ο Ζολώτας υπήρξε ένα είδος αντιλόγου την περίοδο 1963-1965;

«Με την επικράτησή της η Ένωση Κέντρου, το 1963-1964, προχώρησε σε ένα πρόγραμμα ευρείας αναδιανομής, στην παροχή μεγάλων μισθολογικών αυξήσεων στον δημόσιο και των ιδιωτικό τομέα και στον διπλασιασμό σχεδόν των αγροτικών επιδοτήσεων. Επιδιώχθηκε για πρώτη φορά, να καλυφθεί το οικονομικό χάσμα μεταξύ αστικών περιοχών και υπαίθρου. Μέχρι εκεί θα έλεγε κανείς ότι η οικονομική βάση της χώρας, όπως είχε αναπτυχθεί, μπορούσε να αντέξει αυτή την πολιτική που αποκλήθηκε ”πολιτική παροχών”.

Αλλά από το 1964, διαγράφηκε μια διάσταση στο εσωτερικό της Ένωσης Κέντρου, γύρω από το αν η πολιτική αυτή ήταν διατηρήσιμη σε όλη την τετραετία ή αν, αντίθετα, έπρεπε να μπει ένα τέλος, ώστε να μην υπονομευτούν τα θεμέλια της στρατηγικής της οικονομικής ανάπτυξης.

Σε αυτή τη διάσταση, πρωταγωνίστησαν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο Μητσοτάκης ήταν υπουργός Οικονομικών, ένας κλασικός φιλελεύθερος, ο οποίος είχε το πολιτικό ένστικτο που συνδέεται με την ανάγκη να εξασφαλίσεις τις προϋποθέσεις της επανεκλογής σου. Θεωρούσε ότι η Ένωση Κέντρου είχε αποκτήσει το 1963-1964 ένα απόθεμα εμπιστοσύνης από το εκλογικό της κοινό, συνεπώς ήταν δυνατόν να ανασταλεί η πολιτική των παροχών, να κεφαλαιοποιηθούν αυτές και να υπάρξει επανάληψή τους προς το τέλος της τετραετίας.

Η άλλη οπτική ήταν του Ανδρέα Παπανδρέου. Όταν ήρθε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και διηύθυνε το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών, διαπνεόταν από μια εκσυγχρονιστική αντίληψη, η οποία σε γενικές γραμμές, συμβάδιζε με εκείνη του Ζολώτα και των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1964-1965 όμως σκεφτόταν ότι η πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης και του εισοδήματος μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός ώθησης της παραγωγικής βάσης της ελληνικής βιομηχανίας. Δεν ήταν μόνος του, πρόκειται για πολιτική που επηρεάζεται από τον κεϋνσιανισμό.

Από τον Ζολώτα και το ΔΝΤ όμως υπήρχαν επιφυλάξεις σε σχέση με το όριο αποτελεσματικότητας: πότε σταματά ή ενίσχυση της ζήτησης να είναι βοηθητική για την επέκταση της παραγωγικής βάσης και αρχίζει να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις; Η μια πλευρά δε θεωρούσε ότι τα περιθώρια αυτά είναι μεγάλα, η άλλη τα θεωρούσε πολύ μεγαλύτερα. Πιθανότατα, το περιθώριο όντως δεν ήταν μεγάλο – δεν ήταν μεγάλο όμως και το περιθώριο ανοχής του Ζολώτα και των κλασικών φιλελευθέρων. Πολιτικά, αυτή ήταν η διαχωριστική γραμμή εντός του Κέντρου μεταξύ αστικών, φιλελεύθερων στοιχείων, προερχόμενων από το παλαιό Κόμμα των Φιλελευθέρων και άλλων, πολύ πιο λαϊκών, που ευνοούσαν την αναδιανομή μαζί με πολιτικές όψεις, όπως η διαφοροποίηση από τις ΗΠΑ, η πιο ανεξάρτητη πολιτική σε σχέση με το ΝΑΤΟ, η χαλάρωση του πλέγματος των περιορισμών της μετεμφυλιακής εποχής. Βλέπει κανείς το δίπολο αυτό να προεκτείνεται ως το 1967, αλλά και στη Μεταπολίτευση».

Πώς επηρέασε την πολιτική της νομισματικής σταθερότητας η εποχή των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του ’70;

«Δυσκόλεψε πάρα πολύ το περιβάλλον, καθώς στα αιτήματα αναδιανομής που προβλήθηκαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στη Μεταπολίτευση, προστέθηκε ένα πολύ ισχυρό στοιχείο, αίτημα αναπλήρωσης απωλειών της αγοραστικής δύναμης. Η πετρελαϊκή κρίση προκαλεί πληθωρισμό της τάξης του 25-30%. Ο Ζολώτας ήταν ενήμερος για τον διεθνή διάλογο και τον μεταφέρει στην ελληνική πραγματικότητα. Έτσι, είναι χαρακτηριστικό ότι το 1977, όταν είχε περάσει το πρώτο σοκ της οικονομικής κρίσης, και ο ίδιος αλλά και άλλοι παράγοντες, στον ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ, έκαναν λόγο για αντιπληθωριστικές πολιτικές, την ανάγκη για επάνοδο στα βασικά της δημοσιονομικής διαχείρισης. Κάτι τέτοιο έμοιαζε εφικτό, ιδίως εν όψει της εισόδου της χώρας στην ΕΟΚ.

Το πρόβλημα ήταν ότι η Νέα Δημοκρατία είχε δει στις εκλογές του 1977 την απήχησή της να περιορίζεται, ενώ αυξήθηκε εκείνη του ΠαΣοΚ. Και μετά την έκρηξη της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης, τον Φεβρουάριο του 1979, οι παραπάνω σκέψεις έγιναν τελείως ανεδαφικές. Ο κλονισμός τελικά υπαγόρευσε πολύ σαφείς επιλογές για όλες τις οικονομίες. Στο κέντρο του οικονομικού συστήματος, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, έγινε μια επιλογή επανόδου στα θεμελιώδη. Αντίθετα, στον ευρωπαϊκό Νότο έγινε μια επιλογή φυγής προς τα εμπρός: στην Ελλάδα το 1981, στην Ισπανία πιο μετριασμένα το 1982, στη Γαλλία, που ανήκει στην καρδιά του διεθνούς νομισματικού συστήματος αλλά είχε και τότε κάποια χαρακτηριστικά χώρας του Νότου, επίσης το 1981. Ωστόσο, το σοσιαλιστικό οικονομικό πείραμα ναυάγησε εκεί το 1983. Στην Ελλάδα, η πρώτη απόπειρα εγκατάλειψής του έγινε το 1985, αλλά, ελέω εκλογικού κύκλου, τερματίστηκε το 1987. Πολύ αργότερα πια, θα γίνει κατανοητό πως απαιτείται μια πολιτική προσαρμογής στις απαιτήσεις του διεθνούς συστήματος».

Ο τίτλος συσχετίζει το ατομικό με το συλλογικό, το πρόσωπο με την ιστορία της οικονομικής ανάπτυξης. Από αυτή την άποψη ο εκατονταετής βίος του Ξ. Ζολώτα, ο οποίος καλύπτει την περίοδο από τις απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα ως το ευρώ, είναι παραδειγματικός;

«Προσπάθησα λιγότερο να κάνω μια κλασική βιογραφία και περισσότερο ένα πολιτικό πορτρέτο, να δω μια μακροχρόνια διαδικασία από την οπτική ενός ανθρώπου. Θα έλεγα ότι ο Ζολώτας, όπως το έφεραν τα πράγματα, υπήρξε αρκετά προνομιούχος, ώστε το ταλέντο του να τον κάνει να διακριθεί στην οικονομική επιστήμη από νεανική ηλικία και η φυσική του κατάσταση να του επιτρέψει να είναι ενεργός στην ηλικία των 85 ετών, ώστε να δει την αρχόμενη μετάβαση σε μια νέα εποχή νομισματικής ένωσης και νομισματικής ολοκλήρωσης.

Δε θα μπορούσε βέβαια ο Ξενοφών Ζολώτας να παίξει κεντρικό ρόλο σε μια τέτοια εποχή, μπορούσε όμως να συλλάβει τα βασικά χαρακτηριστικά της. Με τον εξοπλισμό, τις παραστάσεις και την ιστορική του εμπειρία, δεν ήταν ένας άνθρωπος που θα άφηνε την ιστορία να λειτουργήσει απαγορευτικά για το μέλλον».

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/books-ideas/o-zolotas-ithele-mia-oikonomia-antagonistiki-kai-eksostrefi/ ανήκει στο βιβλίο – ΤΟ ΒΗΜΑ .