
Εκατόν σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του, η ιστορική έρευνα αποδομεί τον μύθο του «προφήτη των φτωχών». Αριβίστας, πολιτικός χαμαιλέοντας, λάτρης του χρήματος και θιασώτης των διπλών ηθικών μέτρων.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέρασε στην αιωνιότητα ως ο δίκαιος κριτής του 19ου αιώνα, ο μεγάλος προφήτης της αδελφοσύνης και ο συγγραφέας που έδωσε φωνή στους εξαθλιωμένους. Το μυθιστόρημά του, Οι Άθλιοι, αντιμετωπίστηκε από την εποχή του σχεδόν ως κοινωνικό «Ευαγγέλιο». Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά στη ζωή, τις πολιτικές του μετατοπίσεις και την ιδιωτική του συμπεριφορά αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: αυτή ενός μεγαλοαστού, που κινούνταν με βάση το προσωπικό όφελος, την πολιτική επιβίωση και την οικονομική εξασφάλιση.
Ο Ουγκώ και το βάρος της παθητικότητας: «Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι να μη …»
Πολιτικός χαμαιλεοντισμός: Από τον βασιλιά στην εξορία
Η πολιτική διαδρομή του Ουγκώ δεν διέπεται από ιδεολογική συνέπεια, αλλά από μια σειρά υπολογισμένων ελιγμών:
- Φανατικός βασιλόφρονας: Στα νεανικά του χρόνια, ως γιος στρατηγού, υπήρξε θερμός υποστηρικτής της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων. Υμνούσε τον Λουδοβίκο ΙΗ΄, εξασφαλίζοντας από αυτόν μια γενναιόδωρη βασιλική σύνταξη.
- Ομότιμος της μοναρχίας: Στη συνέχεια, κέρδισε την απόλυτη εύνοια της αστικής μοναρχίας του Λουδοβίκου Φίλιππου. Παρασημοφορήθηκε, του απονεμήθηκε ο τίτλος του υποκόμητα και διορίστηκε μέλος της Βουλής των Ομοτίμων (Pair de France).
- Καταστολέας εξεγέρσεων: Στην επανάσταση του 1848, αν και στήριξε τη Δημοκρατία και εκλέχθηκε βουλευτής, συμμετείχε με ιδιαίτερο ζήλο στην αιματηρή καταστολή της εργατικής εξέγερσης του Ιουνίου.
- Ο «Αντικαθεστωτικός» της εξορίας: Όταν ο Λουδοβίκος Ναπολέων (Ναπολέων Γ΄) προέβη στο πραξικόπημα του 1851, ο Ουγκώ πέρασε στην αντιπολίτευση και αυτοεξορίστηκε. Ωστόσο, ακόμη και στην εξορία του στο Γκέρνζι, έζησε μέσα στην πολυτέλεια, διατηρώντας το προφίλ του «μαρτυρικού στοχαστή».
Οι γυναίκες της ζωής του: Ερωμένες σκάνδαλα και διπλά πρότυπα
Ενώ στα βιβλία του εξιδανίκευσε την τραγική μοίρα της γυναίκας (μέσα από τη Φαντίνα ή την Τιτίκα), στην προσωπική του ζωή επέδειξε μια βαθιά εγωκεντρική και συχνά σκληρή συμπεριφορά.
Η ηθοποιός Ζουλιέτ Ντρουέ υπήρξε η ερωμένη του για 50 ολόκληρα χρόνια. Για χάρη του εγκατέλειψε το θέατρο, εκτελούσε χρέη γραμματέα, αντέγραφε τα χειρόγραφά του και ήταν εκείνη που ρίσκαρε τη ζωή της το 1851 για να του προμηθεύσει πλαστά έγγραφα και να διασώσει το χειρόγραφο των Αθλίων. Κι όμως, ο Ουγκώ την κρατούσε οικονομικά εξαρτημένη, της περιόριζε τις μετακινήσεις και τη συναναστροφή με τον κόσμο, ενώ παράλληλα διατηρούσε αμέτρητες παράλληλες σχέσεις.
Το 1845, ο Ουγκώ συνελήφθη «επ’ αυτοφώρω» σε ξενοδοχείο με την παντρεμένη Λεονί ντ’ Ολνέ. Η τύχη των δύο εραστών αποκάλυψε την υποκρισία της εποχής: η Λεονί φυλακίστηκε στις φυλακές Saint-Lazare για μοιχεία, ενώ ο Ουγκώ αφέθηκε ελεύθερος επί τόπου επικαλούμενος την πολιτική του ασυλία ως Ομότιμος της Βουλής!
Η λατρεία του χρήματος
Ο Ουγκώ υπήρξε ένας σκληρός διαπραγματευτής των δικαιωμάτων των έργων του. Η οικονομική του άνεση ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την πραγματικότητα της εργατικής τάξης που περιέγραφε:
- Για το συμβόλαιο των Αθλίων, εισέπραξε το μυθικό για την εποχή ποσό των 300.000 φράγκων.
- Την ίδια ακριβώς περίοδο, μια εργάτρια στη Γαλλία κέρδιζε μόλις 500 φράγκα τον χρόνο, ενώ για τη θέρμανση και τον φωτισμό μιας σοφίτας απαιτούνταν 260 φράγκα.
Παρά τις διακηρύξεις του, ο Ουγκώ δεν κατανόησε ποτέ τη δομή της ταξικής πάλης. Σε αντίθεση με συγγραφείς όπως ο Μπαλζάκ ή ο Ευγένιος Σύης που εστίασαν στους πραγματικούς μηχανισμούς της κοινωνικής εξαθλίωσης ο Ουγκώ προσέγγισε τη φτώχεια ηθικοπλαστικά.
Όταν πέθανε το 1885, ο Βίκτωρ Ουγκώ ζήτησε να μεταφερθεί στην τελευταία του κατοικία με τη «νεκροφόρα των φτωχών». Η απαίτηση αυτή αξιολογείται από τους σύγχρονους μελετητές ως η τελική του δημαγωγική κίνηση.
Η «φτωχική» νεκροφόρα συνοδεύτηκε από μια μεγαλοπρεπή δημόσια κηδεία, την οποία παρακολούθησαν πάνω από 2 εκατομμύρια άνθρωποι, και ο ποιητής ενταφιάστηκε με τιμές αθάνατου ηγέτη στο Πάνθεον. Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέτυχε το απόλυτο παράδοξο: να ζήσει ως εύπορος αριστοκράτης, να ελιχθεί πολιτικά ανάμεσα σε βασιλιάδες και αυτοκράτορες, και παρ’ όλα αυτά να περάσει στην ιστορία ως ο αιώνιος προστάτης των κατατρεγμένων.
Εν κατακλείδι, η περίπτωση του Βίκτωρος Ουγκώ μάς υπενθυμίζει μια θεμελιώδη αρχή στην προσέγγιση της τέχνης: την επιτακτική ανάγκη να διαχωρίζουμε τον δημιουργό από το δημιούργημά του. Προφανώς, κανένας διανοούμενος, συγγραφέας ή φιλόσοφος δεν είναι υποχρεωμένος να εγκλωβίζεται σε αυστηρά, προκαθορισμένα ιδεολογικά μοτίβα συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι του πνεύματος δεν υπογράφουν κανένα συμβόλαιο που να τους επιβάλλει να διάγουν τον βίο τους ως ενσαρκώσεις των υψηλών ιδεωδών που αποτυπώνουν στο χαρτί. Η ανθρώπινη φύση, άλλωστε, βρίθει αντιφάσεων, ματαιοδοξιών και αδυναμιών.
16 αποφθέγματα του Βίκτωρ Ουγκώ: «Η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή είναι η διαπίστωση ότι μας αγαπούν γι’ αυτό που είμαστε»



