Τις σελίδες του τελευταίου βιβλίου του Γιώργου Σπυράκη περιδιαβαίνουν ένα κοριτσάκι που επιτέλους βρίσκει τη φωνή της, ζώα που θα αψηφήσουν τους περιορισμούς του αστικού τοπίου και θα επιβάλουν την πρωτόγονη ισχύ τους, άνθρωποι βαθιά μοναχικοί, άντρες που ερωτεύονται μια ιδέα. Ιστορίες τόσο γνώριμες και οικείες όσο και αλληγορικές με στοιχεία του φανταστικού, φέρνουν στο προσκήνιο τον ένοχο ρόλο της οικογένειας και της σιωπής που συχνά επιβάλλει στα μέλη της, ακόμα κι όταν το σπίτι είναι πεδίο φρίκης, αλλά και την εξορία στις φανταστικές ιστορίες έρωτα που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος που δεν τολμά να πλησιάζει τον διπλανό του, και τη φύση που διεκδικεί και, φορές, εκδικείται.
– Στα διηγήματά σας το μοτίβο σας άντρα που εξιδανικεύει και ερωτεύεται μια άγνωστή του γυναίκα, την οποία διστάζει να προσεγγίσει, επανέρχεται. Είναι κάτι που παρατηρείτε γύρω σας; Πού νομίζετε ότι οφείλεται;
Μοναξιά και μοναχικότητα. Τόσο κοντά, αλλά τόσο διακριτές οι έννοιες αυτές. Το ένα το επιλέγεις (μοναχικότητα) και το άλλο «στο επιλέγουν». Είναι το ίδιο θέμα με την έκφραση στη σύγχρονη κοινωνία μας, τη φοβία για έκθεση, το φτερούγισμα πριν σκεφτούμε (όχι τολμήσουμε) να πούμε την αλήθεια. Δεν επικοινωνούμε, μόνο λέμε τα νέα μας και τρέχουμε στα επόμενα. Η επαφή, ο έρωτας, η αγάπη, η στοργή, θέλουν μια ηρεμία και μια απλότητα. Εμείς φοβόμαστε να γίνουμε κάτι από αυτά και είμαστε ανελεύθεροι στο πλαίσιο του «τι θα πουν οι άλλοι».
Οι ήρωες παλεύουν να απλοποιηθούν σε έναν κόσμο πολύπλοκο. Αγωνιούν να γίνουν οι εαυτός τους χωρίς να ξέρουν ότι είναι αποδεκτοί. Στην «Εσωμολόγηση» οι γωνιές του ήρωα είναι η ελπίδα να συμβεί μια επαφή, αλλά είναι και το ότι λειτουργεί σαν βαλβίδα ασφαλείας το ότι δεν θα χρειαστεί να συμβεί, γιατί είναι δύσκολο. Στο διήγημα «Διπλές, ελληνικές, μέτριες» αγαπά, θέλει, προσπαθεί, έχει την ευκαιρία του, αλλά μένει στο να αγκαλιάζει τη λερωμένη κούπα του καφέ όταν έχει φύγει το πρόσωπο. Στο κείμενο «Το πράσινο μωσαϊκό» ο ήρωας θέλει και δεν μπορεί. Είναι εκεί, το βιώνει, κάνει προσωπική υπέρβαση, τολμά, έχει την ευκαιρία του και επιλέγει να μείνει στο μέσα του και στο να μην πάρει το ρίσκο.
Συμβαίνουν αυτά, δεν είναι μόνο φαντασία. Συμβαίνουν γιατί είμαστε αντιμέτωποι με δύο πράγματα: τη σκληρότητα μιας εποχής που καλπάζει και δεν ξέρουμε τι γινόμαστε και την ασφάλεια που μας φτιάχνει η ρουτίνα. Η αλλαγή όμως είναι εξέλιξη, πρόοδος και τα λάθη μοιάζουν εμπειρίες και όχι ταμπέλες που θα μας σπάσουν τον σβέρκο. Αλλά είπαμε, έχει ακόμα σημασία «τι θα πουν οι άλλοι». Κι εδώ έχω απολαύσει ένα από τα πιο έξυπνα γκράφιτι που συναντώ στον δρόμο που λέει: η γνώμη των άλλων, είναι των άλλων».
– Πότε νιώθετε ότι κερδίζετε ως συγγραφέας, έστω και προσωρινά, τη μάχη με τις λέξεις, που περιγράφετε σε κάποια από τα διηγήματά σας;
Είμαι διαρκώς χαμένος. Χαμένος στις ιδέες, στις λέξεις, στις σημειώσεις, στη φαντασία, στις σελίδες που δεν τύπωσα, στους κόσμους που με περιμένουν να γίνουν φράσεις στο χαρτί. Για εμένα αυτό δεν είναι μάχη, ούτε κέρδος. Είναι ανάγκη και ηρεμία. Είναι τρόπος ζωής, οπότε αρκούμαι σε μια μη προθετικότητα ως συγγραφέας και αφήνομαι στο κείμενο να γίνει ό,τι εκείνο θελήσει. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν τελειώνει, ποτέ δεν σταματά κι αν αυτό το θεωρήσω ως μάχη, θα ξοδέψω αρκετό χρόνο να αποδείξω κάτι που δεν το έχω ανάγκη.
Τα κείμενα είναι η αλήθεια μου, ελπίζω και των αναγνωστών. Με αυτά παλεύω και απολαμβάνω να πανηγυρίζουν τις νίκες τους σαν μικρά παιδιά. Είναι «αγρίμια», όπως γράφω και σε ένα κείμενο στο βιβλίο μου Δεκαεπτά φορές, με τα οποία δεν αναμετριέσαι, παρά μόνο τους επιτρέπεις να πλησιάσουν και να σου χαρίσουν την πιο όμορφη σιωπή των πραγμάτων που δεν έγραψες ποτέ.
Διαβάστε επίσης:
Γιώργος Σπυράκης – Από τα παράθυρα δε γύρισε κανείς: Βιβλίο με διηγήματα με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού


