Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Κάτι περίεργο συμβαίνει στο βασίλειο των παλαιοπωλείων. Βιβλιοπωλεία με μεταχειρισμένα βιβλία στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Ιρλανδία αναφέρουν μυστηριώδεις μαζικές παραγγελίες. Μοναδική εύλογη υπόθεση είναι ότι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης αναζητούν παλαιούς τόμους, προκειμένου να τροφοδοτήσουν την ακόρεστη πείνα της ΤΝ για περισσότερα δεδομένα.
Τυχαιότητα και μέγιστο θεματικό εύρος στις μαζικές παραγγελίες
Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των μαζικών παραγγελιών είναι η τυχαιότητα της θεματικής των βιβλίων που αναζητούνται. Οι αγοραστές δεν επικεντρώνουν σε μια συγκεκριμένη εξειδίκευση, όπως θα συνέβαινε φυσιολογικά, αλλά δείχνουν ενδιαφέρον για τα πάντα, με έμφαση σε παλαιά και σπάνια βιβλία όλων των θεμάτων, που το περιεχόμενό τους είναι απίθανο να είναι ήδη ανεβασμένο στο διαδίκτυο. Κατά τα άλλα, οι θεματικές των βιβλίων αψηφούν οποιαδήποτε στατιστική τάση στις αγορές έχει καταγραφεί έως τώρα.
Ο Τζιμ Σόνεσι, ιδιοκτήτης των MW Books στο Claregalway της Ιρλανδίας, ανέφερε στον «Guardian» το περίεργο θεματικό εύρος των παραγγελιών: «Από την εξέλιξη της γεωργίας στην Αφρική του 18ου αιώνα μέχρι βιογραφίες για ραλίστες της δεκαετίας του 1950. Δεν δικαιούμαι βέβαια να κρίνω τις επιλογές των πελατών μου, ωστόσο μου προκαλεί περιέργεια η παραδοξότητα των ενδιαφερόντων τους».
Συνήθως οι πελάτες δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμοι, καθώς οι κούτες με τα βιβλία στέλνονται σε αποθηκευτικούς χώρους κοντά σε μεγάλα διεθνή αεροδρόμια. Οι παλαιοπώλες εκτιμούν, εξάλλου, την κιμπαροσύνη των μυστηριωδών πελατών που ξεχνάνε να ζητήσουν έκπτωση παρά τη μαζικότητα των παραγγελιών τους. Θύματα πάντως είναι τα ίδια τα βιβλία που τα περιμένει μια οδυνηρή όσο και άδοξη μοίρα: Να σκιστούν, για να σκαναριστούν, και μετά να καταλήξουν στον χαρτοπολτό.
Γιατί είναι πολύτιμα τα παλαιά βιβλία
Σχετικό ρεπορτάζ της «Washington Post» αποκάλυψε ότι η «Anthropic», η εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης που έχει αναπτύξει το πρόγραμμα Claude, έχει ξοδέψει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, για να αποκτήσει παλαιά βιβλία, τα οποία σκανάρει, αφού αφαιρεθεί η βιβλιοδεσία τους.
Τα παλαιά βιβλία καταλήγουν στην ανακύκλιση, σαν η παλαιότητά τους να μην τους προσδίδει καμία παραπάνω αξία, τουλάχιστον ως προς το αισθητικό σκέλος. Κατά τα άλλα, εκπρόσωποι της «Anthropic» δήλωσαν ότι τα παλαιά βιβλία είναι πολύτιμα για την εκπαίδευση της τεχνητής νοημοσύνης και βεβαίωσαν ότι ποτέ δεν καταστρέφουν βιβλία που έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη συλλεκτική ή και αρχαιολογική αξία.
Στην πραγματικότητα, οποιοδήποτε βιβλίο έχει δημοσιευτεί πριν το πρόσφατο 2022 είναι σημαντικό, καθώς δεν έχει μολυνθεί από περιεχόμενο, το οποίο έχει παραχθεί από τσατ-μποτ. Ακόμη πιο ενδιαφέροντα, όμως, είναι τα βιβλία που έχουν δημοσιευθεί πολλές δεκαετίες πριν και τα οποία είναι αρκετά σπάνια ή και αδιάφορα, ώστε να μην έχουν ανεβεί στο διαδίκτυο σε νόμιμες ή και σε «πειρατικές» ιστοσελίδες.
Τα πλέον σπουδαία είναι τα μέτρια, τα κακά, τα ασήμαντα βιβλία ή τα υπερβολικά εξειδικευμένα, τα μη δημοφιλή, αυτά που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φιγουράρουν ως υποψήφια μπεστ-σέλερ, καθώς είναι κυρίως αυτά που έχουν εκφύγει της ανάρτησης στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να αποτελούν περισσότερο εκλεπτυσμένους και σπάνιους «μεζέδες» για τη βιβλιοφάγο ΤΝ.
Σε κάθε περίπτωση, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η φράση «μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο» αποκτά καινούργια σημασία: Το εξώφυλλο είναι το πρώτο που πετιέται, επειδή δεν περιέχει σημαντικά δεδομένα, σε αντίθεση με τις σελίδες που αποτελούν πολύτιμους εκπαιδευτές των μηχανών με το πληροφοριακό υλικό τους.
«Η ανάγνωση ως “μετ-άγγιση” της γνώσης»
Aν όμως η αυθεντικότητα ενός βιβλίου ήταν το πεταμένο του εξώφυλλο; Ο Θεοφάνης Τάσης, Καθηγητής Φιλοσοφίας της Πληροφορίας στο Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου Ψηφιακός Ανθρωπισμός: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου (Αρμός, 2025), ανέπτυξε στο «Βήμα» τις ηθικές αλλά και υπαρξιακές διαστάσεις της πρακτικής των εταιρειών ΤΝ: «Όταν μιλάμε για τη μετάδοση της γνώσης μέσω των βιβλίων, θα χρησιμοποιούσα ένα λογοπαίγνιο, πρόκειται και για μια “μετ-άγγιση”.
Αγγίζουμε το βιβλίο με την ενσώματη ύπαρξή μας και η γνώση μεταγγίζεται μέσα από την αφή, την όραση, ακόμη και την όσφρηση. Τουναντίον, στην πρακτική των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης διακρίνω μια εργαλειακή αντίληψη, επειδή το βιβλίο αντιμετωπίζεται κυρίως ως φορέας δεδομένων, τα οποία αποσπώνται, δίχως απώλεια από την υλική μορφή του.
Ωστόσο, το βιβλίο ως υλικό αντικείμενο, με το οποίο αναπτύσσουμε μια ενσώματη, αισθητική και μνημονική σχέση, δεν εξαντλείται στις πληροφορίες που περιέχει. Η ανάγνωση διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο τρόπο προσανατολισμού, μνήμης και προσοχής. Η χωρική μου μνήμη, λ.χ., συγκρατεί ότι κάπου το βιβλίο αρχίζει να γίνεται πιο ενδιαφέρον και τα δάκτυλά μου αναζητούν σχεδόν μόνα τους το σημείο.
Πέρα από την αισθητική απόλαυση, το βιβλίο φέρει τα ίχνη του χρόνου και της ανάγνωσης. Περιέχει υπογραμμίσεις με μολύβι, κάποτε από περισσότερους αναγνώστες οι οποίοι μοιάζουν να συνομιλούν μεταξύ τους, δικές μου από διαφορετικές περιόδους ανάγνωσης ή έναν τυχαίο λεκέ από καφέ που έπεσε ενώ διάβαζα απορροφημένος. Είναι χνάρια άλλων αναγνωστών αλλά και σημάδια ενός παρελθόντος εαυτού, τα οποία καθιστούν την ανάγνωση βιωματική πράξη.
Γι’ αυτό η ανάγνωση μπορεί να νοηθεί ως βιωματική “μετ-άγγιση” της γνώσης. Ας θυμηθούμε τον Μένωνα του Πλάτωνα. Ο Μένων παρομοιάζει τον Σωκράτη με τη θαλάσσια νάρκη, διότι όπως εκείνη μουδιάζει όποιον την πλησιάζει αγγίζοντάς την, έτσι και ο Σωκράτης τον οδηγεί στην απορία. Η γνώση μεταγγίζεται κατά τη συνάντηση προσώπων και δεν μεταδίδεται απλώς ως αφηρημένη πληροφορία. Προφανώς, το βιβλίο δεν αναπαράγει ούτε αναπληρώνει τη σωματική παρουσία του δασκάλου. Η ανάγνωσή του, όμως, παραμένει ενσώματη πράξη καθώς συμβαίνει σ’ ένα κορμί, σ’ έναν τόπο και σ’ έναν καιρό».
«Πότε η μετατροπή της ανθρώπινης πνευματικής εργασίας σε δεδομένα γίνεται απαλλοτρίωση;»
Στο ζήτημα του βιβλίου, η αισθητική είναι ήδη ηθική. Υπάρχουν, όμως, και απολύτως συγκεκριμένα ηθικά προβλήματα, που προκύπτουν από την τάση των εταιρειών ΤΝ να σκανάρουν παλιά βιβλία και να τα καταστρέφουν: «Το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων είναι κρίσιμο, αλλά δεν εξαντλεί το ηθικό πρόβλημα», συνεχίζει ο Θεοφάνης Τάσης.
«Ακόμη και όταν η χρήση ενός έργου επιτρέπεται νομικά, μένει το ερώτημα υπό ποιους όρους η ανθρώπινη πνευματική εργασία ανάγεται σε πρώτη ύλη για συστήματα που παράγουν τεράστια ιδιωτική οικονομική αξία. Ένας ολόκληρος μηχανισμός μετατρέπει το πολιτισμικό απόθεμα της ανθρωπότητας σε δεδομένα εκπαίδευσης, ενώ η ισχύς και η οικονομική αξία που απορρέουν από αυτά συγκεντρώνονται σε ελάχιστες εταιρείες. Πότε, λοιπόν, η μετατροπή αυτή γίνεται πολιτισμική απαλλοτρίωση;
Αυτή η αντίληψη των πάντων ως δεδομένων υποτιμά συγχρόνως το πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκε ένα βιβλίο. Κάθε βιβλίο γράφεται σε συγκεκριμένες ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες. Όταν το κρατούμε στα χέρια μας και βλέπουμε ποιος το υπογράφει, ανακαλούμε πότε και υπό ποιες συνθήκες γράφτηκε. Το περιεχόμενό του δεν είναι απλώς ένας συνδυασμός λέξεων καθώς φέρει τη βλέψη ενός ενσώματου και θνητού προσώπου, το οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη του λόγου του.
Όταν, αντιθέτως, απευθύνομαι σ’ ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, λαμβάνω λόγο που κατέστη δυνατός από ένα αχανές σώμα ανθρώπινων κειμένων, δίχως να υπάρχει πίσω από την απόκριση ένα συγκεκριμένο πρόσωπο έτσι ώστε να μη γνωρίζω ποιος μου μιλά και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη γι’ αυτό που λέγεται.»
Η «γνώση-λουκάνικο»
«Η γνώση», συνεχίζει ο Θεοφάνης Τάσης, «μοιάζει έτσι με λουκάνικο, το τελικό προϊόν μπορεί να είναι εύγευστο, αλλά αδυνατούμε να γευτούμε ξεχωριστά τα συστατικά του και την προέλευσή τους. Με τον ίδιο τρόπο, περνάνε δεδομένα μέσα από την “κρεατομηχανή” εκπαίδευσης της τεχνητής νοημοσύνης και σε αυτό που προκύπτει ως προϊόν αδυνατούμε να διακρίνουμε ανθρώπινα πρόσωπα.
Θα μιλούσα για έναν νέο, τεχνολογικό “θάνατο του συγγραφέα”, διαφορετικό από εκείνον του Ρολάν Μπαρτ, υπό την έννοια ότι δεν αποδεσμεύεται μόνον το νόημα από την πρόθεση του δημιουργού. Πολύ περισσότερο ο ίδιος ο παραγόμενος λόγος αποσυνδέεται από ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο που τον εκφέρει και λογοδοτεί γι’ αυτόν.
Τοιουτοτρόπως, κινδυνεύουμε να πάψουμε ν’ ανατρέχουμε στο βιβλίο ως πηγή γνώσης, αλλά επίσης ως δίοδο προς έναν άλλον κόσμο νοήματος, προς το σύμπαν ενός άλλου δημιουργικού προσώπου. Έτσι απομένουμε να συνομιλούμε, κατά κάποιον τρόπο, με τα φαντάσματα της ανθρωπότητας.Οι φωνές αντηχούν δίχως πρόσωπα, συνεπώς ανεύθυνα».
«Η ΤΝ αποσταθεροποιεί τη σύνδεση λόγου, προσώπου και ευθύνης»
«Στη δυτική γενεαλογία της εξατομικευμένης ευθύνης του λόγου, η ελληνική πόλις υπήρξε κρίσιμος σταθμός», επισημαίνει ο καθηγητής Τάσης. «Ο λόγος δεν είναι κάτι που απλώς κυκλοφορεί. Συνδέεται με εκείνον που τον εκφέρει ο οποίος θα κληθεί “λόγον διδόναι”. Ο Σωκράτης αποτελεί το παράδοξο υπόδειγμα. Ενώ δεν έγραψε βιβλία, ο λόγος του είναι αδιαχώριστος από το πρόσωπο, τον βίο και την παρουσία του.
Ο Σωκράτης δεν νοείται χωρίς την πόλη της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα αφουγκράζεται τον δικό του εσωτερικό μονόλογο, τον οικείο δαίμονα που τον διακρίνει ως ατομικότητα. Τώρα μοιάζει σαν να κλείνει ο κύκλος της σημασίας της εξατομίκευσης. Η τεχνητή νοημοσύνη αποσταθεροποιεί την πολιτισμική συνθήκη στην οποία μάθαμε να συνδέουμε τον λόγο με ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο, την ιστορία του και τη δυνατότητά του να λογοδοτεί. Μάς επιστρέφει το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης σαν ένα λουκάνικο χωρίς ταυτότητα προέλευσης.».
Γεωπολιτικές διαστάσεις: Η πολιτισμική μονομέρεια των δεδομένων
Υπάρχουν και γεωπολιτικές διαστάσεις; «Πολλά από τα κυρίαρχα δυτικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης», απαντά ο Θεοφάνης Τάσης, «έχουν εκπαιδευτεί σε σώματα δεδομένων όπου η αγγλική γλώσσα και η αγγλόφωνη παραγωγή καταλαμβάνουν δυσανάλογη θέση. Η εκπαίδευση κάθε τέτοιου συστήματος συνιστά αναπόφευκτα μια πράξη πολιτισμικής επιμέλειας. Ορισμένα κείμενα περιλαμβάνονται, άλλα υπερεκπροσωπούνται, άλλα μεταφράζονται, ενώ άλλα παραμένουν αόρατα.
Η επιμέλεια αυτή θα επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η ανθρωπότητα συναντά το παρελθόν και κατανοεί τον εαυτό της. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι αποκλειστικά αγγλοσαξονικό, αφού υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα, γλώσσες και κέντρα ανάπτυξης της ΤΝ. Ελλοχεύει, ωστόσο, ο κίνδυνος ορισμένες γλώσσες και πολιτισμικές παραδόσεις να έχουν πολύ μικρότερη παρουσία από άλλες.
Εννοώ πως είναι άλλο η επιμέλεια της αυτοκατανόησης της ανθρωπότητας να ασκείται από μια πλειάδα θεσμών όπως τα πανεπιστήμια, τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες, την ίδια την πολιτεία και άλλο λίγα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης να καταστούν η κυρίαρχη πύλη πρόσβασης στη γνώση. Αν συμβεί αυτό, το ν’ ανατρέξει κανείς σ’ ένα βιβλίο ή σ’ ένα πρωτογενές τεκμήριο ίσως κάποτε να μοιάζει με το να αποφάσιζα σήμερα να κάνω ο ίδιος μια αρχαιολογική ανασκαφή αντί να εμπιστευτώ ένα βιβλίο ή άρθρο αρχαιολογίας.
Συνελόντι ειπείν, κινδυνεύουμε να διαθέτουμε μικρότερη πρόσβαση στις πηγές, αλλά κυρίως να απωλέσουμε και τις αναγκαίες δεξιότητες για να τις αναζητούμε, να τις συγκρίνουμε και να τις εντάσσουμε στο πλαίσιό τους. Πρόκειται για επιστημική αποειδίκευση με απόληξη μια δογματική μονομέρεια, εν ολίγοις πρόκειται για μια πραγματική πτώχευση του πνεύματος».



