Υπάρχουν βιβλία που διαβάζεις και βιβλία που «κατοικείς» για πάντα μέσα τους. Το «Εκατό χρόνια μοναξιά» δεν είναι απλώς το αριστούργημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή η επιτομή του μαγικού ρεαλισμού είναι ένας καθρέφτης της ανθρώπινης μοιραιολατρίας.
Στο φανταστικό χωριό του Μακόντο, το υπερφυσικό γίνεται καθημερινό και το καθημερινό φαντάζει θαύμα, θυμίζοντάς μας πως «τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους». Όμως, κάτω από την οργιώδη βλάστηση, τους πολέμους και τους έρωτες των Μπουενδία, κυλάει υπόκωφα το πιο σκληρό και αναπόδραστο ποτάμι: αυτό της απόλυτης μοναξιάς.
Ο Μάρκες μας διδάσκει πως η μοναξιά δεν είναι η απουσία των άλλων, αλλά η αδυναμία μας να αγαπήσουμε ή να συνδεθούμε ουσιαστικά μαζί τους. Οι ήρωές του παλεύουν με τον χρόνο, τη λήθη και τον θάνατο, προσπαθώντας να βρουν νόημα σε έναν κόσμο που επαναλαμβάνεται κυκλικά. Μέσα από τις σελίδες του, μας ψιθυρίζει πως όταν οι ελπίδες τελειώνουν, ο άνθρωπος έχει χρέος να αρχίσει να χτίζει όνειρα. Αυτή η μετάβαση από την ελπίδα στο όνειρο, από τον φόβο του θανάτου στη νοσταλγία της ζωής, είναι που κάνει το έργο του τόσο σπαρακτικά επίκαιρο.
13 αποφθέγματα του Αλεξάντρ Πούσκιν και η σύνδεση με τον Καποδίστρια
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες – Απόσπασμα και το έργο του «Εκατό χρόνια μοναξιά»
Ο άνθρωπος μια μέρα των ημερών, πρέπει να μάθει να χτίζει όνειρα, εκεί που οι ελπίδες τελειώνουν.
Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους.
Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου.
Είχε πάει στον άλλο κόσμο, αλλά γύρισε γιατί δεν άντεξε την μοναξιά.
Έφτασε να υποκρίνεται με τόση αληθοφάνεια, ώστε κατέληξε να παρηγορείται με τα ίδια της τα ψέματα.
Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή και για αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε , όταν απήγγειλαν την καταδίκη (σε θάνατο), δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία.
Το μυστικό για τα καλά γηρατειά δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τίμια συμφωνία με τη μοναξιά.
Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί.
Ο άλλος πόλεμος, ο αιματοκυλισμένος είκοσι χρόνια, δεν τους είχε στοιχίσει τόσο όσο ο διαβρωτικός πόλεμος των αιώνιων αναβολών.
Ο κόσμος θα έχει γα..θεί πέρα για πέρα τη μέρα που οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν στην πρώτη θέση και η λογοτεχνία στο βαγόνι με τα εμπορεύματα.
Είχε φύγει μακριά της, προσπαθώντας να την βγάλει από το μυαλό του, όχι μόνο με την απόσταση, αλλά και με μια απερίσκεπτη ορμή, που οι σύντροφοι του έπαιρναν για τόλμη.
Αλλά όσο περισσότερο βούταγε την εικόνα της στη λάσπη του πολέμου τόσο περισσότερο ο πόλεμος έμοιαζε με την Αμαράντα.
Έτσι, είχε βασανιστεί στην εξορία, ψάχνοντας να βρεί τρόπο να τη σκοτώσει με τον ίδιο το θάνατο του.
Έσκαψε τόσο βαθιά στα αισθήματα του και αναζητώντας το συμφέρον, συνάντησε τον έρωτα, γιατί προσπαθώντας να την κάνει να τον αγαπήσει, κατέληξε να την αγαπήσει αυτός.
Τη συνάντησε στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά.
Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σε εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει να αγαπήσει τον χειρότερο εχθρό του.
«The Wall»: Όταν «ακούσαμε» το κρυφό μήνυμα του άλμπουμ που άλλαξε την ιστορία της μουσικής
Φωτογραφία εξωφύλλου


