Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Φέρετρο, αλυσοπρίονο και ένα ποδήλατο
«Νομίζω ότι αυτό που φαντάστηκα πραγματοποιήθηκε. Ενα φέρετρο και ένα αλυσοπρίονο είναι τα σκηνογραφικά στοιχεία που δίνει ο συγγραφέας. Η δική μου η ματιά πρόσθεσε κι ένα ποδήλατο, γιατί για μένα το ποδήλατο είναι το πρώτο μέσο που χρησιμοποιεί ένας ξένος, ένας μετανάστης – το πιο φτηνό. Κατά κάποιον τρόπο η συνθήκη μέσα από την οποία γεννήθηκε η παράσταση συναντιέται και με το θέμα της. Λίγο πριν από την πρεμιέρα είδαμε και τα γεγονότα στη Θέουτα· με απασχολούν η Μεσόγειος – Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία – και το γεωπολιτικό παιχνίδι που παίζεται από πίσω. Μιλάμε για τα σύνορα, για μεταναστευτικές πολιτικές, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να δούμε τον άνθρωπο που σκαρφαλώνει απελπισμένος έναν φράχτη. Και να μην ξεχνάμε να ρωτάμε διαρκώς “τι θα έκανα εγώ στη θέση του;”.
Νομίζω ότι αυτό κάνει ο συγγραφέας στο “Θαύμα”: Αφαιρεί την ασφάλεια της απόστασης. Ο μετανάστης δεν είναι ένας αριθμός, είναι ένας νεκρός, ένα σώμα, ένα φέρετρο. Και ορίζει δύο ιταλούς νεκροθάφτες να αποφασίσουν αν θα του δώσουν ή όχι τη μία από τις δύο κενές θέσεις στο νεκροταφείο».
Και εξηγεί ότι το «Θαύμα», μέσα από την κωμωδία, που φτάνει ως την κομέντια ντελ άρτε, δείχνει ακόμα περισσότερο πόσο σκληρά είναι τα πράγματα.
«Ο Μάσα θέτει το ερώτημα αν μπορώ εγώ να δω αυτόν τον άλλο ως άνθρωπο πριν τον δω ως ξένο. Αυτό είναι το σύνορο – το σύνορο του ανθρώπου, όχι το σύνορο πάνω στον χάρτη. Πότε είναι άνθρωπος και πότε ένας ξένος… Αν δεν μπορέσαμε να του κάνουμε χώρο όσο ήταν ζωντανός, θα μπορέσουμε τουλάχιστον να του κάνουμε χώρο τώρα που είναι νεκρός; Παράλληλα θέτει και το ερώτημα “τι θα έκανα αν ήμουν στη θέση του;”, αν δεν ήξερα σε ποια πλευρά των συνόρων θα γεννηθώ, “τι κόσμο θα επέλεγα να φτιάξω;”.
Ενας άνθρωπος μετακινείται, διασχίζει σύνορα, θάλασσες και φτάνει νεκρός σε έναν τόπο που δεν είναι δικός του. Γι’ αυτό κι εμένα μου φαινόταν αντιφατικό να ζητήσουμε από την πόλη να έρθει σε ένα θεσμικό θέατρο για να ακούσει αυτή την ιστορία. Ηθελα να κάνουμε το αντίστροφο: Να μετακινηθεί η παράσταση, να πάει προς τους ανθρώπους. Και οι τόποι που πηγαίνουμε, οι γειτονιές, δεν είναι ουδέτεροι, έχουν έντονη προσφυγική μνήμη. Οι πλατείες που παίζουμε δεν έχουν την προστασία μιας θεατρικής αίθουσας, μας γυρίζουν πίσω στη μήτρα, στη ρίζα, και επιτρέπουν στον ξένο, τον περαστικό, να την παρακολουθήσει. Σαν να προσπαθούμε να ενεργοποιήσουμε την προσφυγική μνήμη των Ελλήνων».
Στο «Θαύμα» ο Αντόνιο και ο Μπερνάρντο προσπαθούν να αναστήσουν τον νεκρό κι αυτό είναι, προφανώς, το αδιέξοδό τους. «Ο συγγραφέας επικαλείται την ανάσταση, τη μεταφυσική», λέει η σκηνοθέτρια, «γιατί οι άνθρωποι όταν βρίσκονται σε ένα αδιέξοδο επικαλούνται το θείο και λένε “ας προσευχηθούμε”. Κι αυτό είναι κάτι βαθιά χριστιανικό, γιατί συνδέει την πίστη με την αγάπη, την ανάσταση με τη συνείδηση. Οταν η σιωπή του Θεού πέφτει επάνω στους ανθρώπους, εκεί είναι που απουσιάζει η αγάπη» καταλήγει.
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου
Στενή συνεργάτιδα ως το τέλος και φίλη του Βασίλη Παπαβασιλείου, η Νικολέτα Φιλόσογλου δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει τι κρατά μετά από αυτά τα 16 χρόνια που δούλεψε μαζί του –- πολλά, όλα.
Θα πει όμως: «Ο Βασίλης ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα, ένας ελεύθερος δημοκράτης, ένας πολύ προοδευτικός άνθρωπος. Κι αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι δεν φοβόταν να υπερασπιστεί και να πληρώσει το τίμημα για τις αξίες και τα ιδανικά του – και το πλήρωσε. Οπως δεν μπορώ να μη σταθώ στην πίστη του στη γνώση, στην παιδεία, στην καλλιέργεια. Η φράση που μου έλεγε ως το τέλος της ζωής του ήταν “μην υποκύπτεις” και εύχομαι να μπορέσω να την έχω οδηγό και σύμμαχο, στη ζωή, την τέχνη, τις σχέσεις, σε όλα».


