Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Δημήτρης Καπουράνης: «Το θέατρο δεν θα αλλάξει κανέναν αν δεν θέλει ο ίδιος να αλλάξει» – ΤΟ ΒΗΜΑ

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

φωτο: Γιώργος Βελλης

Στην τελευταία σκηνή, της περίφημης «ανάληψής του στον ήλιο», θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι σχεδόν του δίνει μυθικές διαστάσεις.

«Τον παρουσιάζει, κατά κάποιον τρόπο, ως έναν σύγχρονο Ικαρο. Στη δική μας παράσταση, πάντως, δεν υπάρχει καμία διάθεση ούτε αγιοποίησης ούτε εξιδανίκευσης του ήρωα ή της έντονης βίας του έργου. Προσπαθούμε, μέσα από τη σημειολογία του κειμένου, να μιλήσουμε για την ανάγκη ενός ανθρώπου να αναζητήσει τη δική του ταυτότητα ή, καλύτερα, το συνονθύλευμα των ταυτοτήτων που ο ίδιος επιλέγει να τον ορίζουν. Δεν μπαίνουμε σε μια αμιγώς ψυχολογική ανάλυση. Εναν υπαρξιακό εφιάλτη υφαίνει το έργο, με τον Τσούκκο να σκοτώνει τα πρότυπά του σε μια προσπάθεια να πάψει να ετεροκαθορίζεται».

Τι πιστεύετε ότι είδε στο πρόσωπό σας ο Δημήτρης Καραντζάς και σας διάλεξε για αυτόν τον ρόλο;

«Νομίζω ότι είδε πολλά κοινά στοιχεία μου με τον ήρωα. Ισως την ανάγκη να δημιουργήσω τον δικό μου δρόμο. Και το έχω κάνει κι εγώ με πολλή ένταση – δεν θα πω μανία, γιατί παρεξηγείται αυτή η λέξη. Καταλαβαίνω την ανάγκη του Τσούκκο να μην τον οριοθετούν τα πράγματα. Και εγώ περιορίζομαι όταν με οριοθετούν. Αυτό το έργο νιώθω ότι με ακουμπά βαθιά. Μέχρι τώρα ερμήνευα τα πράγματα με τους όρους της δύναμης, της αντοχής και του μόχθου. Ο Τσούκκο μού φανέρωσε και έναν άλλον δρόμο, μέσω της αδυναμίας και της εμπιστοσύνης: ότι μπορούμε να ακουμπήσουμε τον εαυτό μας αποδυναμωμένο στους άλλους, και αυτό, εν τέλει, να μας φέρνει πιο κοντά. Είμαστε πιο αφομοιωτικοί έτσι, πιο συμπεριληπτικοί, αποδυναμωμένοι και ευάλωτοι».

Αλήθεια, πώς είναι ο Δημήτρης Καραντζάς ως σκηνοθέτης;

«Συγκεκριμένος. Ετοιμος. Διαβασμένος. Πολύ βαθύς. Ποτέ επιφανειακός. Για εμένα, ο Δημήτρης είναι από τους ελάχιστους συνεργάτες με τους οποίους με φαντάζομαι πλέον να δουλεύω. Λιγότερο από “τους ελάχιστους”, μπορώ να πω. Δεν το λέω κρίνοντας κανέναν, απλώς δυσκολεύομαι πλέον να δουλέψω με αρκετούς από τους ανθρώπους του χώρου μας. Οσο εργάζεσαι χτίζεις κριτήρια και προϋποθέσεις – ιδανικά, δεν γυρίζεις πίσω».

Οταν ξεκινούσατε, είχατε το άγχος τού να γίνετε πρωταγωνιστής;

«Σίγουρα το είχα. Υπήρχε η ένταση, το άγχος, η φιλοδοξία. Μάλλον, δεν ξέρω εάν ήταν ακριβώς φιλοδοξία… Αυτό που ήθελα πραγματικά ήταν να μη γυρίσω πίσω. Να μην ξαναδουλέψω σε μπαρ ή να τελειώσω το Πολυτεχνείο εξ ανάγκης. Γεννήθηκε έτσι μέσα μου μια ένταση που με ακολουθούσε και υποκριτικά, αλλά και στην καθημερινότητά μου, αφήνοντας κομμάτια της πραγματικής μου ζωής πίσω. Πλέον, έχω βρεθεί σε ένα σημείο όπου και προσωπικά και επαγγελματικά νιώθω ήρεμος, ασφαλής. Εχω χώρο για τους ανθρώπους γύρω μου, για τη σχέση μου, για να νιώσω πλήξη ενίοτε. Ημουν τυχερός γιατί κατάφερα να βρεθώ σχετικά νωρίς σε μια λειτουργία ασφάλειας. Να πω ότι θέλω να βελτιώσω κάποια πράγματα στη ζωή μου. Να κάνω ψυχοθεραπεία. Να γράψω. Δεν γίνεται, νομίζω, να εμπλουτίσεις την τέχνη σου εάν ενίοτε δεν αποσυνδέεσαι από αυτήν».

Αυτή την περίοδο είστε από τα πιο περιζήτητα ονόματα στο ελληνικό θέατρο. Εχουν πάρει καθόλου τα μυαλά σας αέρα;

«Σίγουρα όχι. Αυτό δεν νομίζω ότι σου συμβαίνει από τη μία ημέρα στην άλλη. Κάτι προϋπάρχει».

Και όμως, δεν είναι λογικό να συμβεί, σε έναν βαθμό;

«Εάν το χαρακτηρίσω “λογικό”, είναι σαν να δικαιολογώ συναδέλφους μου που έχουν σταματήσει να είναι καλλιτέχνες και είναι απλά, πώς να το πω, καταναλωτές του εαυτού τους. Είναι εν γένει μια παθογένεια της εποχής μας. Είναι θέμα επιλογών. Επιλέγεις να πάρουν τα μυαλά σου αέρα. Επιλέγεις να ονομάζεσαι πρωταγωνιστής. Εγώ διαλέγω να σέβομαι τον εαυτό μου, τον κύκλο μου, το κοινό και το επάγγελμά μου. Δεν θεώρησα ποτέ ότι κάνω τίποτα καλύτερα από κανέναν – ακόμα και αν το σκέφτηκα, φρόντισα να το “τακτοποιήσω” στο πλαίσιο της φαντασίας μου».

Βαδίζετε πάντως σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Οι επιλογές σας είναι σταθερά μακριά από αυτό που θα ονομάζαμε εν συντομία «mainstream».

«Μα, έχω κάνει mainstream τηλεόραση. Για παράδειγμα, “Τα καλύτερά μας χρόνια” στην ΕΡΤ ή “Το Ναυάγιο” στο MEGA. Το έπραξα πολύ συνειδητά, τόσο για τον βιοπορισμό μου όσο και για την προβολή του ονόματός μου, και πρόκειται για δουλειές που σέβομαι. Δεν κρύβω, όμως, ότι πολλές φορές η τηλεόραση με τρομάζει αισθητικά. Και δικές μου σκηνές. Λέω, να βάζεις τόσο κόπο στα πράγματα και ξαφνικά να σου πετιέται μια τέτοια σκηνή στο Internet… Εντάξει, λίγο γελάω, λίγο με αποκαρδιώνει. Ο Χρήστος Λούλης έχει πει κάτι πολύ σωστό: ότι η τηλεόραση τις περισσότερες φορές απαιτεί από τον ηθοποιό απλά να είναι εκεί. Τίποτε άλλο. Και αυτό έχει ένα κόστος. Ενα δεκάωρο γύρισμα είναι πολύ απαιτητικό. Ενα καθημερινό σίριαλ, που κρατάει 120-130 επεισόδια, έχει μια επαναληπτικότητα που πολλές φορές μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της δημιουργίας. Οπως λέει και ο Σαίξπηρ στον “Αμλετ”, η συνήθεια καταργεί το αίσθημα. Ο δικός μου ψυχισμός, για να αντέξει κάτι τέτοιο, απαιτεί να αφοσιωθώ μόνο εκεί. Εάν μια χρονιά κάνω καθημερινό – το οποίο ούτε σνομπάρω ούτε απορρίπτω –, νιώθω την ανάγκη να κάνω μόνο αυτό για να μπορέσω να αντεπεξέλθω. Εξάλλου, όταν βρίσκονται άνθρωποι με φαντασία και όρεξη, συμβαίνουν μαγικά πράγματα και μας το έχουν αποδείξει αυτό πολλές δουλειές στην τηλεόραση».

Πράγματι, έτσι είναι. Γι’ αυτό και θέλω να σας ρωτήσω και για τη «Σύγκρουση», την πολυαναμενόμενη μίνι σειρά οκτώ επεισοδίων, η οποία έρχεται στο νέο πρόγραμμα του MEGA σε σκηνοθεσία Αλέκου Κυράνη και σενάριο Μελίνας Τσαμπάνη και Πέτρου Καλκόβαλη.

«Πρόκειται για ένα από τα πιο ωραία σενάρια μίνι σειράς που έχω πάρει ποτέ στα χέρια µου. Είπα το “ναι” χωρίς δεύτερη σκέψη. Το MEGA είναι ένα κανάλι που νιώθω ότι σέβεται πάρα πολύ τους δημιουργούς του και τους δίνει όλον τον χώρο. Είχα επίσης την τύχη να συνεργαστώ µε τον Αλέκο Κυράνη. Μέσα από τα γυρίσματα, ήρθαμε πολύ κοντά και γίναμε φίλοι. Η “Σύγκρουση” είναι ένα ερωτικό, δικαστικό θρίλερ. Υποδύομαι έναν άνδρα που κατηγορείται για τον θάνατο της συντρόφου του σε ένα τροχαίο, οι συνθήκες του οποίου δημιουργούν αρκετές αμφιβολίες και ερωτήματα. Την υπεράσπισή µου αναλαμβάνει μια νεαρή δικηγόρος, την οποία υποδύεται η Ελίζα Σκολίδη. Μεταξύ µας αναπτύσσεται μια ερωτική σχέση και για εκείνη τα όρια ανάμεσα στο καθήκον και στο συναίσθημα αρχίζουν να θολώνουν. Με ενέπνευσε πάρα πολύ αυτός ο χαρακτήρας, γιατί νιώθω ότι καταφέραμε να τον φέρουμε σε μια “γκρίζα ζώνη”. H σειρά συνομιλεί µε το πώς η τηλεόραση προβάλλει τέτοιες υποθέσεις και τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτές, µε το τι περιμένει η κοινωνία από αυτούς, αλλά και µε το πώς όλο αυτό επηρεάζει τις προσωπικές τους σχέσεις. Δεν θα ήθελα όμως να πω περισσότερα, γιατί πρόκειται για δικαστικό θρίλερ και κάθε επιπλέον πληροφορία αφαιρεί κάτι από το μυστήριο».

Θέλω να επιστρέψουμε στο ελληνικό θέατρο. Ποια είναι η μεγαλύτερη «ασθένειά» του;

«Οτι δεν υπάρχουν ιδεολόγοι. Διορθώνω: Φυσικά και υπάρχουν, απλώς μάλλον είναι λίγο πασέ. Οι περισσότεροι προσπαθούν να ικανοποιήσουν τους παραγωγούς και τις τσέπες τους. Και αυτό αντικατοπτρίζεται παντού – και στους μεγάλους πολιτιστικούς οργανισμούς, κρατικούς και ιδιωτικούς. Δεν υπάρχει ιδεολογικό πρόσημο, αντίσταση και πίστη. Στα δικά μου μάτια όλοι ικανοποιούν ατζέντες. Μπορεί τη μία χρονιά να είναι η προσβασιμότητα, την άλλη η ισότητα των φύλων. Λες και κάνουμε καμπάνιες και όχι θέατρο. Δεν βλέπουμε τίποτα ρηξικέλευθο ή έστω μία ελάχιστη ανάγκη για αντίσταση. Το θέατρο βρίσκεται σε μια βαθιά κρίση».

Μάλλον δεν θεωρείτε ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία μας…

«Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, οι καλλιτέχνες μοιάζει να σιχαινόμαστε το υπουργείο Πολιτισμού και το υπουργείο Πολιτισμού, από την άλλη, μοιάζει να μας αγνοεί μέχρι εκεί που δεν του κοστίζει πολιτικά. Αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς ότι επενδύει στον κινηματογράφο μέσω του ΕΚΚΟΜΕΔ. Τα χρήματα όμως που καταλήγουν στον ελληνικό κινηματογράφο είναι ψίχουλα, ενώ όλο αυτό το σύστημα μοιάζει να πλαισιώνεται από ανθρώπους που δεν φαίνεται να έχουν πυρηνική επαφή με την τέχνη. Οσο για τις επιδοτήσεις στο θέατρο, πρόκειται για αστεία ποσά. Γι’ αυτό και οι παραγωγοί έχουν πάρει τα ηνία του πράγματος. Οταν ο πολιτισμός μπαίνει τόσο καθαρά σε μια εξίσωση ελαχιστοποίησης κόστους και μεγιστοποίησης κέρδους, τα πράγματα θα φθίνουν μέχρι που να πιάσουν πάτο. Δυστυχώς, μιλώ έτσι γιατί έχω αρκετή οργή γύρω από το θέμα. Προσπαθώ για το καλύτερο».

Με την πολιτική ασχολείστε;

«Μέσω των επιλογών που κάνω στην τέχνη μου. Με ελάχιστους ανθρώπους ταυτίζομαι ιδεολογικά και αυτοί δεν βρίσκονται στην πολιτική σκηνή».

Ιδεολογικά, πού τοποθετείστε;

«Στην Αριστερά. Ως φοιτητής έχω υπάρξει σε αριστερές νεολαίες. Αλλά και τότε δεν μπόρεσα να αισθανθώ κάπου πιο κοντά. Σίγουρα φέρω και εγώ μια ευθύνη. Δεν φταίνε οι άλλοι που δεν με καλύπτουν. Επρεπε κι εγώ να είχα φροντίσει την πολιτική νοημοσύνη μου».

Πριν κλείσουμε, θέλω να σας ρωτήσω για το «Cleansed» της Σάρα Κέιν, που παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

«Είναι μια δύσκολη παράσταση. Μετά το τέλος της θέλω μόνο “φροντίδα”. Δεν μπορώ να αντικρίσω το κοινό ύστερα από αυτήν. Δεν χωράει στα πλαίσια του “μπράβο” ή του “δεν μου άρεσε”. Η Σάρα Κέιν περιγράφει μια πολύ ιδιαίτερη, τρυφερή και ακραία συνθήκη. Θέλει χώρο και χρόνο για να μεταβολίσεις ένα τέτοιο θέαμα, που απέχει εντελώς από τον μέσο όρο. Αυτή τη δεύτερη σεζόν που ξεκινήσαμε πάλι, πάντως, σαν να έχει κάτσει λίγο η σκόνη αυτού του έργου. Σαν να μαλάκωσε κάτι μέσα μας και ήρθε μια ζεστασιά που την είχαμε ανάγκη. Νομίζω ότι είναι μια άλλη παράσταση πλέον – και δεν το λέω για λόγους μάρκετινγκ».

Οι αντιδράσεις των θεατών πώς είναι;

«Εντάξει, ακούμε τα πάντα: από άσχημα σχόλια μέχρι κλάματα. Το συνηθέστερο, ευτυχώς, είναι η σιωπή».

Πώς είναι για έναν ηθοποιό να ακούει σχόλια ενώ παίζει;

«Εργασιακά δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα. Πάντως, αυτοί που σχολιάζουν εν ώρα παράστασης είναι εν γένει άνθρωποι που δεν μπορούν να αφήσουν πίσω τον εγωισμό τους. Που πρέπει, στην αίθουσα των 320 ατόμων, να ακουστούν αυτοί γιατί θεωρούν εαυτούς σπουδαιότερους από τους υπολοίπους. Κάνουν το ζήτημα προσωπικό. Δεν είναι. Ενα μοίρασμα είναι. Πρέπει να κάνεις πίσω τον εγωισμό σου για να βιώσεις την τελετουργία αυτού του κοινού βιώματος».

Σας έχει εκνευρίσει ποτέ θεατής;

«Στο “Cleansed” έχω ακούσει μπροστά μου κάποιον να λέει “τι μας παριστάνει αυτός και μας δείχνει το τσουτσούνι του;”. Χρειάζεται μια κοινή ενσυναίσθηση για να καταλάβεις ότι θα σε ακούσω, στο ένα μέτρο, ότι με προσβάλλεις. Στην πραγματικότητα δεν πειράζει, όμως. Το θέατρο δεν θα αλλάξει κανέναν αν δεν θέλει ο ίδιος να αλλάξει. Αλλά μπορεί, βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, να έχει περισσότερη σημασία να κάνουμε θέατρο για εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν».

INFO

«Ροµπέρτο Τσούκκο»: Θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8, Αθήνα), από Τετάρτη έως Κυριακή. Πρεµιέρα στις 23 Οκτωβρίου.

«Cleansed»: Ιδρυµα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος), κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/vimagazino/dimitris-kapouranis-crto-theatro-den-tha-allaksei-kanenan-lfan-den-thelei-o-idios-na-allaksei/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .
‹ ›