Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Χρήστος Πασσαλής: «Η νοημοσύνη μας ως είδους μειώνεται»

Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο Χρήστος Πασσαλής, σκηνοθέτης και ηθοποιός με αξιοσημείωτη πορεία και εκτός των ελληνικών συνόρων αλλά και αλλοτινό μέλος των Blitz, παρουσιάζει έως τις 4 Ιουνίου, στο Θέατρο 104, την πρωτότυπη παράσταση «RADIO 1: Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου», μια νέα σκηνοθετική πρόταση που μετατρέπει το θέατρο σε live ραδιοφωνική εκπομπή: «Ενα στούντιο. Δύο φωνές. Μια πόλη σε αναμονή. Ενας κομήτης που πλησιάζει». Μέσα στην όλη αφήγηση παρουσιάζονται και πραγματικές ιστορίες: σύντομες, αδέξιες, υπερβολικές ή μπανάλ και συνηθισμένες.

Το «RADIO 1» στήνει μια ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή πάνω στη σκηνή. Οι πραγματικές ιστορίες που έχετε συλλέξει με τίτλο «Η πιο λυπημένη μέρα της ζωής μου» μπαίνουν στη ροή σαν παρεμβολές. Πώς δουλέψατε με αυτό το αληθινό υλικό; Ποια ήταν η ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που σας τις εμπιστεύτηκαν;

«Η ευθύνη απέναντι σε αυτές τις ιστορίες είναι η ευθύνη που έχεις απέναντι στα μυστικά που σου εμπιστεύονται αυτοί που αγαπάς: είναι ιερά και τα κρατάς για πάντα. Αυτό είναι αυτονόητο. Κατά τ’ άλλα οι παρεμβάσεις μας στις ιστορίες που μας εμπιστεύτηκαν είναι περιορισμένες και λεπτές αλλά και χωρίς δισταγμό. Θέλω να πω το τελικό έργο είναι ένα έργο τέχνης και ως τέτοιο υπακούει και το ίδιο σε κανόνες, οπότε σε κάποιες περιπτώσεις έπρεπε να παρέμβουμε. Αυτό δεν παραβιάζει τον ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα της παράστασης ούτε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Διατηρήσαμε στο ακέραιο την πολυφωνία του πένθους και της λύπης. Υπάρχουν ιστορίες που μιλάνε για τον πόνο του να χάνεις τη γάτα σου μέχρι το ασύλληπτο γεγονός της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Νομίζω ότι αυτά τα άκρα είναι που συνιστούν τον πλούτο της παράστασης αλλά φυσικά και της ύπαρξης. Η παράσταση τα παρουσιάζει άκριτα».

Ένας κομήτης φτάνει, περνά, και τελικά δεν συμβαίνει τίποτα θεαματικό. Σε μια εποχή που έχουμε εθιστεί στην προσμονή της καταστροφής – κλιματικής, πυρηνικής, τεχνολογικής – τι σας τράβηξε στη συγκεκριμένη εκδοχή του «τέλους που δεν ήρθε»; Τι μένει από μια κοινότητα όταν η συλλογική αγωνία της αποδεικνύεται κούφια;

«Το τέλος που δεν έρχεται είναι χρήσιμο επειδή ήθελα να φτιάξω επί σκηνής μια προσομοίωση κρίσης, μια συνθήκη όπου οι θεατές θα έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν με κριτική σκέψη πως αντιδρούν όταν έρχονται στ’αλήθεια αντιμέτωποι με μια τέτοια κρίση και πως αναζητούν τη θέση τους μέσα σε όλο αυτό τον πληροφοριακό, ψηφιακό θόρυβο.  Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, δυστυχώς αυτό που μένει από την αγωνία μας είναι το πάγωμα. Με όρους τρέχουσας ψυχολογίας, όταν το υποκείμενο βρίσκεται σε κατάσταση που η αντίδραση πάλης ή φυγής (fight or flight) είναι αδύνατη, τότε του απομένει το πάγωμα (freeze). Αυτό αφήνουν όλες αυτές οι αλυσιδωτές κρίσεις που ζούμε από την αρχή του αιώνα. Σε συνδυασμό δε με το πάγωμά μας μπροστά στις οθόνες και τη γενικευμένη ανοησία τους, έχουμε φτάσει σε λήθαργο. Stupor (σ.σ. στα ελληνικά αποδίδεται ως αποχαύνωση) είναι μια αγγλική λέξη που νομίζω αποδίδει τέλεια τη σημερινή συνθήκη. Δεν ξέρω αν έχει τη ίδια ρίζα με τη λέξη Stupid αλλά πιστεύω πως ναι. Και δεν μπορώ να το αποδείξω αλλά πιστεύω ότι η νοημοσύνη μας ως είδους μειώνεται μέρα με τη μέρα».

Είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση των blitz, και έχοντας πια στο βιογραφικό σας, μεταξύ άλλων, και την «Εκάβη» στο Schauspielhaus Zürich, επιστρέφετε σε φόρμες που δοκιμάζουν τα όρια της αφήγησης. Τι σας ενδιαφέρει σήμερα στο θέατρο που δεν σας ενδιέφερε στα είκοσί σας, και τι έχετε εγκαταλείψει από τότε χωρίς δεύτερη σκέψη;

«Αυτό που έχω σίγουρα αφήσει πίσω μου είναι η διάδραση στο θέατρο. Τη θεωρώ περιττή πια. Δεν μιλάω γενικά, μιλάω για μένα. Το σημαντικό που άλλαξε συν τω χρόνω είναι η επαφή μου με την αττική τραγωδία. Είναι κάτι που δεν περίμενα. Η αξία των έργων αυτών είναι δεδομένη, προφανώς είναι περιττό να προσθέσω κάτι. Αυτό που δεν ήξερα όμως πριν ασχοληθώ σοβαρά με αυτά τα έργα είναι ότι είναι δοχεία απεριόριστης χωρητικότητας. Στ’ αλήθεια τα έργα αυτά είναι πεδία, δεν μπορώ να τα χαρακτηρίσω αλλιώς. Είναι χώροι όπου ασκούνται δυνάμεις, σχεδόν ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες της πλοκής. Είναι σαν γεννήτριες. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι ασαφή αυτά που λέω αλλά είναι ο μόνος τρόπος να εκφράσω το δέος μου μπροστά σε αυτές τις κατασκευές που είναι σαν να φτιάχτηκαν από εξωγήινους».

Έχετε δουλέψει με σκηνοθέτες όπως ο Λάνθιμος, ο Τζουμέρκας, ο Μαρμαρινός, και έχετε κάνει τα δικά σας στο σινεμά και στο θέατρο. Τι έχετε κρατήσει από τον καθένα που σήμερα θεωρείτε αναπόσπαστο μέρος της δικής σας μεθόδου, και τι σας έκανε σε κάποια στιγμή να καταλάβετε ότι έπρεπε να φύγετε για να βρείτε δική σας γλώσσα;

«Η αναζήτηση της δικής σου φωνής είναι η πιο ωραία και η πιο επίπονη διαδικασία. Και είναι η μόνη διαδικασία που αξίζει τον κόπο. Πράγματι είχα την τύχη να συναντηθώ με σημαντικούς καλλιτέχνες και η τύχη αυτή συνεχίζεται. Είναι δύσκολο να διακρίνω και να ξεχωρίσω την επιρροή του καθενός/καθεμίας, μπορώ όμως να πω με σιγουριά ότι με επηρέασαν ως προς αυτό που ονομάζουμε πρωτοπορία. Η λέξη αυτή, όσο κουρασμένη ή παραγνωρισμένη κι αν είναι, παραμένει σημαντική. Πρέπει να ψάχνουμε διαρκώς νέες ιδέες και νέους τρόπους, νέους δρόμους για να πούμε αυτό που χάθηκε και βρέθηκε και χάθηκε ξανά και ξανά. Επίσης, είναι σημαντικό να βρίσκουμε τη δύναμη και να επινοούμε ένα νέο κέφι και μια όρεξη για νέους παραλογισμούς. Αλλιώς η μελαγχολία και το γήρας θα μας καταπιούν».

Η Ελλάδα έχει περάσει μέσα σε δεκαπέντε χρόνια από την οικονομική και την προσφυγική κρίση στην πανδημία, στα Τέμπη, στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Πολλοί καλλιτέχνες της γενιάς σας έχουν μιλήσει για μια κούραση που δεν είναι πια καλλιτεχνική αλλά υπαρξιακή. Πώς δουλεύει κανείς σε μια χώρα που μοιάζει να μην επεξεργάζεται κανένα τραύμα πριν έρθει αντιμέτωπη με το επόμενο;

«Οι όροι με τους οποίους εργάζεται ένας καλλιτέχνης στην Ελλάδα είναι τελείως ασύμφοροι. Και, σαφώς, δεν μιλάω καν σε επίπεδο διαβίωσης, εκεί η δυσκολία είναι δεδομένη. Ο επαρχιωτισμός της χώρας αυτής θέλει πολλή δουλειά για να νικηθεί. Και παρά τις κρίσεις μεγαλείου, η Ελλάδα διατηρεί στο ακέραιο όλα τα χαρακτηριστικά ενός βαλκανικού κράτους με ποσοστά διαφθοράς τραγικά. Διεφθαρμένοι και αμόρφωτοι πολιτικοί, εργοστάσια που πέφτουν πάνω στους εργαζόμενους, τρένα που συγκρούονται, νησιά που χρηματίζονται και μια πλειοψηφία που τις κρίσιμες Κυριακές, αν όχι επικροτεί, τουλάχιστον δικαιολογεί ή παραβλέπει. Τι άλλο να πει κανείς; Η πλειονότητα βολεύεται με αυτή την αισχρότητα. Κι εμείς συνεχίζουμε».

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/culture/i-noimosyni-mas-cros-eidous-meionetai/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .