Δυο φορές που έχω ανεβάσει στο Facebook φωτογραφίες του υπό κατασκευή πύργου του Ελληνικού (ή Riviera Tower), μια καλοκαιρινή που τράβηξα από την Πειραϊκή βλέποντας τη φιγούρα του στο βάθος του ορίζοντα και μια πολύ πρόσφατη ενός επαγγελματία φωτογράφου που τον τράβηξε από πολύ κοντά ένα βράδυ με έντονη βροχή, έγινε χαμός στα σχόλια. Μοιάζει αρκετά εύλογο: το να ξεχωρίσει τόσο πολύ βρίσκεται μέσα στην ίδια του τη σύλληψη και τον ίδιο του τον λόγο ύπαρξης, με αποτέλεσμα όποιος τον βλέπει, είτε από κοντά, είτε από μακριά, είτε από φωτογραφία, να μην μπορεί να τον προσπεράσει αδιάφορα· θετικό ή αρνητικό, πάντως κάτι του προξενεί.
Εννοείται ότι πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του, πως ούτε ο ίδιος ο πύργος έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά ούτε και όλα τα υπόλοιπα της ανάπλασης που προβλέπεται να γίνουν στο Ελληνικό έχουν γίνει ακόμα. Εννοείται δηλαδή ότι πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του, πως ακόμα δεν έχουμε εικόνα του πώς θα είναι και ο πύργος και η γύρω του περιοχή όταν ολοκληρωθεί ό,τι είναι να ολοκληρωθεί. Εννοείται τέλος, ότι όλα στη ζωή συνηθίζονται κι ότι ακόμα βρισκόμαστε στο χρονικό σημείο που το μάτι μας δεν έχει συνηθίσει την παρουσία του στο τοπίο. Με όλα αυτά να εννοούνται και σε αυτό τουλάχιστον το χρονικό σημείο που βρισκόμαστε, εμένα προσωπικά το θέαμά του με ταράζει.
Με ταράζει και με ξενίζει. Το νιώθω σαν ξένο σώμα. Σαν εισβολέα. Σαν να λέει πως όχι μόνο η γη στην οποία πατώ είναι δική μου, αλλά κυρίως όλο το τοπίο κι όλος ο ορίζοντας είναι δικά μου. Ήρθα να τα αλλοιώσω, ήρθα να επιβληθώ, ήρθα να δεσπόσω. Εγώ μόνος μου. Αν πόλη είναι ένας τόπος στον οποίο ζούμε όλοι μαζί δίπλα δίπλα, εδώ, όσοι αγοράσουμε τα εκατόν εβδομήντα – εκατόν ογδόντα διαμερίσματα θα ζούμε μόνοι μας. Μόνοι μας αλλά όχι μακριά από τα βλέμματά σας. Ιδιωτικά αλλά ταυτόχρονα και δημόσια. Αόρατα αλλά ταυτόχρονα και ορατά. Μόνοι μας για να μας ατενίζετε κάθε φορά που θα σηκώνετε το βλέμμα σας ψηλά, σε αυτή την κάθετη δήλωση κυριαρχίας, επιτυχίας και επικράτησης των σαράντα πέντε – πενήντα ορόφων. Μπροστά μας ο Σαρωνικός και η υπόλοιπη παλιά πόλη των κοντών κτιρίων. Κάτω μας, πάρα – πάρα πολύ κάτω μας, εσείς. Από τόσο ψηλά δεν σας βλέπουμε. Ούτε καν σαν μυρμήγκια. Διακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα, διακόσια μέτρα πάνω από την Αθήνα, διακόσια μέτρα από πάνω σας.


