
Ήταν ένα έργο ιδιαίτερα σύνθετο καθώς η μορφολογία του μνημείου είχε υποστεί αλλοιώσεις εξαιτείας του πλήθους επεμβάσεων που είχαν πραγματοποιηθεί κατά καιρούς ενώ κατά τη διάρκεια των εργασιών χρειάστηκε να γίνουν αλλαγές στις αρχικές μελέτες καθώς αποκαλύφθηκαν ίχνη του προϋφισμάμενου μιναρέ, στη νότια πλευρά επί της οδού Εγνατίας και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα.
Κλείσιμο
«Σήμερα, είναι μια ημέρα ιδιαίτερης χαράς για όλους μας, αλλά και μια σημαντική στιγμή για το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο, με αίσθημα ευθύνης και συνέπειας απέναντι στην πολιτιστική μας κληρονομιά, αποδίδει στη Θεσσαλονίκη ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας της, ένα μνημείο αποκατεστημένο και λαμπρό, όπως αξίζει στην πόλη» δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη
Η ιστορία του κτιρίου
Το Τέμενος Χαμζά Μπέη, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, αποτελεί τον παλαιότερο οθωμανικό τέμενος στη Θεσσαλονίκη. Οικοδομήθηκε, το 1467, στη μνήνη του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη, από την κόρη του, Χαφσά.
Τον Αύγουστο του 1569 ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ διέταξε την απόσπαση είκοσι κιόνων από τον ναό του Αγίου Μηνά, από τη Ροτόντα και το μοναστήρι της Θεοτόκου του Υπομιμνήσκοντος, για να χρησιμοποιηθούν στο τέμενος.
Το 1620, ύστερα από σεισμό ή πυρκαγιά, έγινε νέα ανακατασκευή του τεμένους, σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται πάνω από την είσοδο του κτιρίου, από τον Καπί Μεχμέτ μπέη.
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης συνέχισε να λειτουργεί ως τζαμί μέχρι το 1925.
Έκτοτε, κρίθηκε διατηρητέο μνημείο, αλλά λειτούργησε αρχικά ως τηλεγραφείο στη συνέχεια ως κινηματογράφος με το όνομα Αλκαζάρ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Εβραίος επιχειρηματίας – ιδιοκτήτης αναγκάστηκε να μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του κτιρίου σε χριστιανό προσφυγικής καταγωγής ενώ μεταπολεμικά στεγάστηκαν στον χώρο εμπορικά καταστήματα μέχρι την ολοκληρωτική εγκατάλειψή του λόγω ακαταλληλότητας.
Το 1977 το κτίριο δωρήθηκε στον Ερυθρό Σταυρό και το 2006 πέρασε στην κυριότητα του υπουργείου Πολιτισμού.



