
Ο σημερινός θάνατος της Μαίρης Λίντα, σε ηλικία 91 ετών, αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, ένα τέλος εποχής. Της περιόδου που άλλαξε ολοκληρωτικά το λαϊκό τραγούδι, του ήχου του, της παρουσίασής του αλλά και της νυχτερινής διασκέδασης. Γιατί η εξαιρετικά ευέλικτη φωνή της και το μοναδικό ταμπεραμέντο της έγιναν τα ιδανικά μέσα για το μουσικό πάντρεμα της ανατολής με τη δύση, του λαϊκού με το ελαφρύ, του τοπικού με το ευρωπαϊκό, του μπουζουκιού με το μάμπο.
«Περασμένες μου Αγάπες», «Ηλιοβασιλέματα», «Δε Θέλω πια να Ξαναρθείς», «Εσύ είσαι η Αιτία που Υποφέρω», «Τέτοια Χαρά δε θα τη Δεις», «Λαός και Κολωνάκι», «Το Τελευταίο Ποτηράκι»…: Τραγούδια που γεννήθηκαν σε μια μεταπολεμική Ελλάδα που είχε ανάγκη να εκφράσει δημόσια τις χαρές και τις λύπες της, να διασκεδάσει με ένα λαϊκό τραγούδι πιο ανοιχτό, πιο φωτεινό, που αγάπησαν εξίσου και οι φτωχοί και οι πλούσιοι.
Και το δίδυμο Χιώτη – Λίντα τους το πρόσφεραν απλόχερα όλο αυτό. Εκείνος μέσα από τις συνθέσεις του και το αριστοτεχνικό παίξιμο μπουζουκιού του κι εκείνη μέσα από τις γεμάτες συναίσθημα ερμηνείες της και τη δυναμική σκηνική της παρουσία. Μην ξεχνάμε ότι η Μαίρη Λίντα ήταν από τις πρώτες γυναίκες τραγουδίστριες που στάθηκαν όρθιες στο πάλκο, τραγουδώντας και χορεύοντας. Η επανάστασή της λοιπόν ήταν διπλή: και μουσική και σκηνική.
Στη φωνή της βρήκαν ωστόσο ιδανική έκφραση κι άλλοι σημαντικοί συνθέτες. Μεταξύ αυτών ο Τσιτσάνης
«Η Λίντα τραγουδά με το σώμα και την ψυχή, όχι μόνο με τη φωνή» είχε δηλώσει, εύστοχα, ο Γιάννης Σπανός
Ήταν μόλις επτά ετών όταν άκουσε στο ραδιόφωνο πως ο Ορέστης Λάσκος έψαχνε νέα ταλέντα και έκανε οντισιόν τα Σάββατα στο κινηματοθέατρο Αλκαζάρ. Και τι δεν έκανε για να πείσει τους γονείς της να την πάνε. Και τα κατάφερε. Όταν έφθασε, χωρίς ίχνος φόβου, ανέβηκε στη σκηνή, έπιασε και με τα δυο της χέρια το βαρύ μικρόφωνο για να μην τής πέσει και τραγούδησε μπροστά σε πλήθος κόσμου το «Το Αϊ Αϊ Μαρία» κερδίζοντας τις εντυπώσεις και το χειροκρότημα. Σε εκείνη τη σκηνή γεννήθηκε η Μαίρη Λίντα, όπως τη βάφτισε, την ίδια εκείνη βραδιά, ο Λάσκος, μαγεμένος από το ταλέντο της. «Ήμουν παιδί, αλλά δεν φοβόμουν. Σαν να ήξερα πως αυτό ήταν το πεπρωμένο μου» θα εξομολογηθεί δεκαετίες αργότερα η ίδια.
Κι είχε απόλυτο δίκιο καθώς, όπως περίτρανα αποδείχτηκε, το τραγούδι ήταν το ταλέντο της, το πάθος της, η μοίρα της. Μια μοίρα την οποία η ίδια δέχτηκε με ευγνωμοσύνη, κρατώντας μόνο τα καλά κι αφήνοντας πίσω τα άσχημα. «Υπήρχαν δυσκολίες αλλά ήταν η δουλειά που αγαπούσα. Τα ευχαριστιόμουν όλα. Δε θα μπορούσα να κάνω καμία άλλη δουλειά» παραδεχόταν με ειλικρίνεια.
Το κεφάλαιο Χιώτης
«Μικρή, όταν μεγαλώσεις και με φτάσεις στον ώμο, τότε θα σε παντρευτώ» τής είχε πει στις αρχές της συνεργασίας τους. Και την τήρησε αυτήν του την υπόσχεση. Δύο χρόνια αργότερα πήγε και την ζήτησε από τον πατέρα της. Η ίδια είχε διηγηθεί: «Εγώ δούλευα τότε στην Κομπαρσίτα. Συναντηθήκαμε μια μέρα και μου λέει: «θα σε πάω εγώ στη δουλειά σου». Ήρθε μαζί μου, τέλειωσε το πρόγραμμα και μου λέει «θα σε πάω εγώ στο σπίτι σου». Τους γονείς μου τους ήξερε. Ξημέρωσε λοιπόν και μου λέει «πάμε να πιούμε ένα γάλα στη «Γαλλία», ένα γαλατάδικο στη Σταδίου και περιμέναμε να περάσει η ώρα να μη τους ξυπνήσουμε. Μπαίνουμε σπίτι και λέει στον πατέρα μου «Κυρ Αλέκο από σήμερα θα σε λέω πατέρα. Εγώ θα παντρευτώ τη Μαίρη». Αυτό ήτανε. Ξεκάθαρα πράγματα. Εγώ ήμουνα ακόμα ανήλικη. Να μην τα πολυλογώ πήραμε ειδική άδεια και παντρευτήκαμε».
Η σχέση τους είχε πολλή αγάπη αλλά και πολλές εντάσεις κυρίως λόγω της δουλειάς αλλά και της ζήλιας του Χιώτη. Οι εκρήξεις ανάμεσά τους ήταν συχνές. Ένας καυγάς, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στην Αμερική, στάθηκε ικανός να τούς χωρίσει για πάντα: «Μαλώσαμε μια μέρα και μου λέει «Τελείωσε, χωρίζουμε». Του λέω «να χωρίσουμε, κι εγώ θέλω να χωρίσουμε». «Ωραία», μου λέει, «φέρε μου τα μπιζού μου». Είχε κάποιους σταυρούς, μανικετόκουμπα τα κοσμήματά του. «Και φέρε μου», μου λέει, «και το βραχιόλι μου». Ήταν ένα βραχιόλι με μπριγιάν που μου είχε κάνει δώρο στη γιορτή μου.Λέω «Ποιο, αυτό που μου έκανες δώρο στη γιορτή μου»; «Ναι», μου λέει «δε το είχα για τα μούτρα σου, για την κόρη μου το είχα πάρει». Αυτό με σκότωσε. Ο τρόπος, ήταν ο τρόπος που μου το είπε. Έφερα το βραχιόλι και του είπα «Από σήμερα έχεις και το διαζύγιο».
Η τρίτη και τελευταία μεγάλη σχέση της ζωής της ήταν αυτή με τον γνωστό χορευτή – χορογράφο Τάκη Σαγιώρ. Οι δυο τους έζησαν μαζί από το 1970 έως το 1976 αλλά οι απιστίες του, όπως η ίδια είχε αποκαλύψει, την ώθησαν στο να δώσει τέλος.
Η δολοφονία της μητέρας της
Η πιο σκοτεινή σελίδα της μακράς ζωής της Μαίρης Λίντα γράφτηκε το 1970 όταν η μητέρα της, Βασιλική Δημητροπούλου, εντοπίστηκε νεκρή και απανθρακωμένη, στο σπίτι της στο Μπουρνάζι. Οι έρευνες της αστυνομίας κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η άτυχη γυναίκα έπεσε θύμα άγριων ληστών οι οποίοι την χτύπησαν θανάσιμα με ένα ξυπνητήρι ενώ στη συνέχεια έκαψαν το νεκρό σώμα της αφού το περιέλουσαν με οινόπνευμα. Το γεγονός ήταν σοκαριστικό και η Μαίρη Λίντα, που επιδείκνυε πάντα μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα στα εμπόδια της ζωής, το κουβαλούσε ως ένα βαθύ, αγιάτρευτο τραύμα.
Ούτε αυτό, ωστόσο, κατάφερε να τη λυγίσει. Για μία ακόμη φορά βρήκε καταφύγιο και παρηγοριά στο τραγούδι. Συνέχισε να τραγουδά και να εργάζεται σε νυχτερινά κέντρα μέχρι μεγάλη ηλικία ενώ τα τελευταία χρόνια φιλοξενούνταν στο Γηροκομείο Αθηνών. Ακόμη κι εκεί ζέσταινε την ατμόσφαιρα με την έμφυτη θετικότητά της και το μπρίο της.
Η Μαίρη Λίντα ήταν μια γυναίκα, που παρότι βίωσε αρκετές δυσκολίες, δεν παραπονέθηκε ποτέ και για τίποτα: «Όλα ήρθαν στη ζωή μου όπως τα έφερε ο θεός και όπως τα ήθελα κι εγώ. Γιατί να έχω παράπονο; Τη ζωή μας εμείς τη φτιάχνουμε. Τα δύσκολα τα έχω ξεχάσει. Η ζωή έχει λουλούδια και αγκάθια. Δεν υπάρχει κάτι που δεν έκανα, δε μου έλειψε τίποτα και τα έχω χαρεί όλα. Και ευχαριστώ τους ανθρώπους που ήταν δίπλα μου σε στιγμές δύσκολες» έλεγε.
Κι ίσως αυτό το διαχρονικό αίσθημα ευγνωμοσύνης που την διακατείχε, ήταν και το μυστικό της μακροζωίας της.



