Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Η κατάρα του ορφανού – Art Point View

Η κατάρα του ορφανού

«Θα υποφέρω στη ζωή κάθε στιγμή, γιατί δεν έκανα ό,τι θα ‘πρεπε να κάνω, γιατί σαν άνθρωπος δεν είχα την πυγμή»… Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε για πρώτη φορά, ή τουλάχιστον η εγγονή της την άκουσε πρώτη φορά «μέχρι το τέλος θα με κατατρέχει η κατάρα του ορφανού»…Έμεινε με κλειστά τα μάτια και ζήτησε να το ξανακούσει. Και μετά έπεσε σιωπή στο σαλόνι με τα βαριά έπιπλα που η Λένα θυμόταν από τότε που γεννήθηκε. Εκείνη τη μέρα έκανε ζέστη και το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Η κουρτίνα έκρυβε το απέναντι σπίτι κι ο δρόμος περιέργως ήταν ήσυχος. Η Λένα πλησίασε περισσότερο και ρώτησε δισταχτικά: «Γιαγιά, τόσα χρόνια δεν σε έχω ρωτήσει τι στο καλό έχεις πάθει μ’ αυτό το τραγούδι; Να ήσουν ερωτευμένη με τον Μητσιά το αποκλείω, δεν είναι ο τύπος σου! Αλλά σήμερα θα σκάσω από την περιέργεια αν δεν μου πεις τι εννοούσες με την κατάρα του ορφανού. Και μην μου πεις ότι δεν το είπες, σε άκουσα πολύ καλά».

«Ήμουν μικρή κοπέλα», άρχισε η Ελένη σαν να περίμενε τη στιγμή που κάποιος θα την ρωτούσε για να πετάξει επιτέλους από μέσα της ένα βαρίδι. Η φωνή της ήταν σιγανή, χωρίς ένταση, χωρίς συναίσθημα, επίπεδη. «Με ήθελε σε γάμο ένας Γιώργος, τον ήθελα κι εγώ.  Ήταν ωραίος και δουλευταράς, έκανε όμως δουλειές στο πόδι, όπου έβρισκε μεροκάματο. Οι δικοί μου είχαν από το κράτος άδεια για πάγκο στη λαϊκή αγορά εδώ στον Πειραιά, η ζωή τους έπαιρνε σιγά σιγά τα πάνω μετά τη μπόρα της προσφυγιάς και ήθελαν για τα παιδιά τους το καλύτερο. Ο Γιώργος ήταν ορφανός από γονείς και πάμφτωχος. Δεν θα με χαλάλιζε, έλεγε ο πατέρας μου.

Αυτός ήρθε στο σπίτι και με ζήτησε, είχε βρει μπάρκο στα καράβια και ήθελε να δώσουμε λόγο και να παντρευτούμε όταν θα γύριζε σε δυο χρόνια με λεφτά. Ο πατέρας στην αρχή του το ξέκοψε, μετά για να τον ξεφορτωθεί του τα έλεγε ήξεις αφήξεις. Εγώ είχα πιστέψει ότι θα τον έπαιρνα τον Γιώργο και πετούσα στα σύννεφα. Λίγο καιρό μετά που μπάρκαρε, μου έφεραν προξενιό τον παππού σου. Τι να σου λέω τώρα, ότι στην αρχή αρνήθηκα και μετά υποχώρησα; Φταίω, δεν φταίω, ούτε ξέρω αν είχα περιμένει τον Γιώργο τι θα είχε γίνει. Μάλλον τα ίδια, ποιος πήγαινε κόντρα τότε… Πάντως, την αμαρτία μου τη λέω, δεν επέμεινα. Παντρεύτηκα και ούτε γράμμα δεν τόλμησα να στείλω. Αυτός όμως το έμαθε και μου έγραψε. Τα λόγια του ακόμα με καίνε. «Να έχεις την κατάρα του ορφανού», κατέληγε. Και δεν ξανάκουσα ποτέ γι’ αυτόν ούτε μίλησα ποτέ σε κανέναν. Σήμερα όμως…»… Και σταμάτησε. Ένα ελαφρό τρέμουλο στα χέρια πάνω στην ποδιά, τα μάτια χαμηλωμένα. Η Λένα την φίλησε στο μάγουλο και την άφησε μόνη. Συγκινητική ιστορία, ποιος να το φανταζόταν, άραγε ο παππούς γνώριζε;

Στο δρόμο ένα αυτοκίνητο πήρε την κατηφόρα για τη λεωφόρο και πάλι ησυχία στο ζεστό απομεσήμερο. Ο ήχος της λατέρνας ακούστηκε να πλησιάζει. «Πώς κι έτσι», αναρωτήθηκε η Ελένη. «Δεν είναι η μέρα του σήμερα». Αλλά πλησίασε στο παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Ο λατερνατζής σταμάτησε, την κοίταξε και γύρισε τη μανιβέλα. Από το όμορφα ζωγραφισμένο ξύλινο μουσικό κουτί ακούστηκε η γνωστή μελωδία. Η Ελένη τον ευχαρίστησε με νεύμα του κεφαλιού και το χέρι στην καρδιά. Ο λατερνατζής την χαιρέτησε με σεβασμό βγάζοντας το καπέλο και προχώρησε. Οι κουρτίνες τραβήχτηκαν, το παράθυρο έκλεισε και οι αναμνήσεις βυθίστηκαν άλλη μια φορά στα βάθη της πραγματικότητας.

27.9.2026

Η Νταίζη Λεονάρδου είναι φιλόλογος  Μa.Ed.

Το πρωτότυπο άρθρο https://artpointview.gr/2026/09/27/i-katara-tou-orfanou/ ανήκει στο Art Point View .
‹ ›