
Η Ευρώπη γερνά και χρειάζεται ανθρώπους – Μπορεί όμως να το παραδεχθεί;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αυστηροποιεί τα σύνορά της, επιταχύνει τις διαδικασίες επιστροφών και υπόσχεται καλύτερο έλεγχο της μετανάστευσης. Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις της αναζητούν εργαζομένους και οι δημογράφοι προειδοποιούν για συρρίκνωση του ενεργού πληθυσμού. Πίσω από τη μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση για το Μεταναστευτικό κρύβεται μια πολύ δυσκολότερη εξίσωση: ποιος θα δουλεύει στην Ευρώπη των επόμενων δεκαετιών;
Υπάρχει ένας αριθμός που ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης. Από το 2012, στην Ευρωπαϊκή Ένωση πεθαίνουν κάθε χρόνο περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννιούνται. Κι όμως, ο πληθυσμός της δεν έχει ακόμη αρχίσει να μειώνεται σταθερά. Στις αρχές του 2026 έφθασε περίπου τα 452 εκατομμύρια. Η εξήγηση είναι απλή: η μετανάστευση έχει μέχρι σήμερα αντισταθμίσει το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων.
Αυτό όμως δύσκολα συμβιβάζεται με την πολιτική συζήτηση που διεξάγεται σήμερα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο, με αυστηρότερες διαδικασίες στα σύνορα και μεγαλύτερη έμφαση στις επιστροφές. Κυβερνήσεις βρίσκονται υπό ισχυρή πίεση να περιορίσουν τις μεταναστευτικές ροές, ενώ αντιμεταναστευτικά κόμματα ενισχύονται σε αρκετές χώρες.
Την ίδια ώρα, όμως, μια άλλη Ευρώπη —η Ευρώπη των επιχειρήσεων, των νοσοκομείων, των εργοταξίων, της γεωργίας, της φροντίδας των ηλικιωμένων— αναζητεί ανθρώπους. Και εδώ αρχίζει η αντίφαση.
Το 2029, ο γρίφος του δημογραφικού και η αδυναμία επίλυσής του.
Σύμφωνα με τις τελευταίες προβολές της Eurostat, ο πληθυσμός της ΕΕ αναμένεται να φθάσει στην κορύφωσή του γύρω στο 2029, στα 453,3 εκατομμύρια. Έπειτα αρχίζει η κάθοδος. Εφόσον επαληθευθούν οι υποθέσεις της προβολής για γεννήσεις, θανάτους και μετανάστευση, το 2100 θα έχουν απομείνει περίπου 399 εκατομμύρια Ευρωπαίοι — 53 εκατομμύρια λιγότεροι από σήμερα.
Αλλά το σοβαρότερο πρόβλημα δεν είναι ο απόλυτος αριθμός. Είναι ποιοι θα αποτελούν αυτόν τον πληθυσμό. Οι ηλικιωμένοι θα είναι περισσότεροι και το ποσοστό των ανθρώπων σε ηλικία εργασίας μικρότερο. Αυτό σημαίνει λιγότερους εργαζομένους που θα πρέπει να στηρίζουν μεγαλύτερες ανάγκες για συντάξεις, υγεία και μακροχρόνια φροντίδα.
Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι έως το 2050 περισσότερα από τα δύο τρίτα των χωρών της ΕΕ θα αντιμετωπίζουν μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας. Και οι γεννήσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν γρήγορη λύση. Ακόμη και αν αύριο το πρωί αυξανόταν θεαματικά η ευρωπαϊκή γεννητικότητα, τα παιδιά που θα γεννιούνταν θα χρειάζονταν περίπου δύο δεκαετίες για να μπουν στην αγορά εργασίας. Η δημογραφία κινείται αργά. Η οικονομία όχι.
Γι’ αυτό η πραγματική συζήτηση έχει ήδη μετακινηθεί. Η μετανάστευση δεν αντιμετωπίζεται στις Βρυξέλλες μόνο ως ζήτημα συνόρων και ασύλου. Αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως ζήτημα εργατικού δυναμικού. Η οικονομική υπηρεσία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαπίστωσε φέτος ότι οι άνθρωποι εργάσιμης ηλικίας που έχουν γεννηθεί εκτός ΕΕ αυξήθηκαν από περίπου 8% το 2014 σε περισσότερο από 12% το 2024 και ότι η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση της απασχόλησης και στον περιορισμό των ελλείψεων προσωπικού.
Ο ΟΟΣΑ καταλήγει σε παρόμοιο συμπέρασμα: η γήρανση έχει ήδη συμβάλει στην αύξηση της ζήτησης για μεταναστευτική εργασία στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση μπορεί από μόνη της να «λύσει» το Δημογραφικό. Δεν μπορεί. Μπορεί όμως να επιβραδύνει τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, μαζί με άλλες πολιτικές: μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία, καλύτερη αξιοποίηση των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων, αύξηση της παραγωγικότητας, στήριξη των οικογενειών και, μακροπρόθεσμα, ενίσχυση της γεννητικότητας.
Η πολιτική προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο
Κάπως έτσι διαμορφώνεται η νέα ευρωπαϊκή εξίσωση: λιγότερη παράτυπη μετανάστευση, περισσότερες επιστροφές — αλλά ταυτόχρονα περισσότερη ελεγχόμενη νόμιμη μετανάστευση για εργασία.
Στα χαρτιά μπορεί να γίνει. Στην κοινωνία είναι πολύ δυσκολότερο. Γιατί ένας άνθρωπος δεν είναι «εργατικό δυναμικό» που εισάγεται για οκτώ ώρες την ημέρα και μετά εξαφανίζεται. Ζει κάπου. Μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια. Τα παιδιά του θα πάνε σχολείο. Θα χρειαστεί περίθαλψη. Θα μάθει —ή δεν θα μάθει— τη γλώσσα. Θα αποκτήσει σχέσεις με την κοινωνία στην οποία ζει. Με άλλα λόγια, η εργασιακή μετανάστευση, όταν γίνεται μόνιμη, οδηγεί αναπόφευκτα στο πολύ δυσκολότερο ζήτημα της ενσωμάτωσης. Και εδώ η ευρωπαϊκή συζήτηση γίνεται πραγματικά πολιτική.
Η Γερμανία δείχνει το παράδοξο
Η Γερμανία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη μετανάστευση έχει οξυνθεί δραματικά και η AfD έχει ενισχυθεί προβάλλοντας πολύ αυστηρότερες θέσεις. Την ίδια στιγμή όμως η γερμανική οικονομία, ιδιαίτερα στις γηράσκουσες ανατολικές περιοχές, εξαρτάται όλο και περισσότερο από εργαζομένους μεταναστευτικής προέλευσης. Περίπου 316.000 Σύροι εργάζονται σήμερα στη Γερμανία, οι περισσότεροι με πλήρη απασχόληση.
Είναι μια εικόνα της αντίφασης που πιθανότατα θα συναντήσει όλο και περισσότερο η Ευρώπη: οι κοινωνίες μπορεί να γίνονται περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι στη μετανάστευση την ίδια στιγμή που οι οικονομίες τους δυσκολεύονται να λειτουργήσουν χωρίς μετανάστες.
Η Πορτογαλία προσφέρει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου αποκαλυπτικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση αυστηροποίησε τη μεταναστευτική πολιτική της, αλλά ο κατασκευαστικός κλάδος —όπου οι μετανάστες αποτελούσαν περίπου το 30% του εργατικού δυναμικού το 2025— προειδοποιεί τώρα για σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Και μάλιστα την ώρα που η χώρα πρέπει να χτίσει χιλιάδες κατοικίες για να αντιμετωπίσει τη στεγαστική της κρίση. Το μεταναστευτικό, επομένως, δεν είναι πια μόνο θέμα συνόρων. Γίνεται μέρος της οικονομικής πολιτικής.
Και η Ελλάδα;
Για την Ελλάδα η εξίσωση είναι ακόμη δυσκολότερη. Η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο χαμηλή γεννητικότητα και γήρανση. Έχασε επίσης κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης ένα σημαντικό κομμάτι νέου και συχνά υψηλά καταρτισμένου πληθυσμού.
Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι σήμερα περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι ( υπερβολικό;) που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ζουν σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται κάποια επιστροφή, ιδιαίτερα νεότερων και μορφωμένων Ελλήνων, αλλά το ανθρώπινο κεφάλαιο που χάθηκε δεν αναπληρώνεται από τη μια μέρα στην άλλη.
Ταυτόχρονα η ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζει ελλείψεις, ιδιαίτερα στις κατασκευές, ενώ η χώρα ήδη προσπαθεί να προσελκύσει εργαζομένους από τρίτες χώρες μέσω διμερών συμφωνιών. Και υπάρχει μια ακόμη πραγματικότητα. Το 2024 περίπου 1,1 εκατομμύριο κάτοικοι της Ελλάδας ήταν γεννημένοι στο εξωτερικό, σύμφωνα πάντα με τον ΟΟΣΑ. Την ίδια χρονιά, από τις περίπου 55.000 αποφάσεις επί αιτήσεων ασύλου, το 72% ήταν θετικές.
Οι άνθρωποι στους οποίους αναγνωρίζεται δικαίωμα διεθνούς προστασίας δεν είναι πλέον απλώς άνθρωποι που «πέρασαν τα σύνορα». Είναι άνθρωποι με νόμιμο δικαίωμα παραμονής. Και από εκεί και πέρα αρχίζει ένα άλλο ερώτημα: τι κάνουμε με εκείνους που θα μείνουν;
Τα ελληνικά στοιχεία δείχνουν ότι η ενσωμάτωση απέχει ακόμη από το να είναι εύκολη. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών εμφανίζουν χαμηλότερη απασχόληση και πολύ υψηλότερη υπερειδίκευση —δηλαδή άνθρωποι εργάζονται σε θέσεις κατώτερες των προσόντων τους— ενώ αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας και στεγαστικής επισφάλειας.
Άρα η Ελλάδα έχει μπροστά της μια παράδοξη κατάσταση. Χρειάζεται ανθρώπους, έχει ήδη ανθρώπους, αλλά δεν έχει ακόμη λύσει το πώς θα αξιοποιήσει και θα ενσωματώσει επαρκώς όσους μπορούν και δικαιούνται να μείνουν.
Το ερώτημα που η Ευρώπη δεν θα μπορεί για πολύ να αναβάλλει
Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Η μεγάλη μετανάστευση μπορεί να δημιουργήσει πραγματικές πιέσεις στη στέγαση, στα σχολεία, στις υπηρεσίες υγείας και στην κοινωνική συνοχή — ιδιαίτερα όταν γίνεται γρήγορα και χωρίς επαρκείς υποδομές. Ο ΟΟΣΑ το επισημαίνει ρητά.
Από την άλλη, η ιδέα μιας Ευρώπης που θα κλείσει απλώς τις πόρτες της και θα συνεχίσει οικονομικά όπως πριν συγκρούεται με τη δημογραφική πραγματικότητα. Το πιθανότερο είναι ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί και περισσότερα παιδιά και μεγαλύτερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη συμμετοχή των ανθρώπων που ήδη διαθέτει στην αγορά εργασίας και κάποια συνεχιζόμενη μετανάστευση.
Το δύσκολο δεν είναι πλέον να αναγνωρίσει κανείς την αριθμητική. Το δύσκολο είναι να αποφασίσει τι κοινωνία θέλει να χτίσει γύρω από αυτήν.
Γιατί πίσω από τους αριθμούς του Δημογραφικού βρίσκεται τελικά ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από το πόσοι άνθρωποι θα ζουν στην Ευρώπη το 2050 ή το 2100: ποιοι θα είναι αυτοί οι Ευρωπαίοι — και ποιοι θα θεωρούνται Ευρωπαίοι τότε;



