Έχοντας σπουδάσει σε Ουτρέχτη, Μιλάνο, Βιέννη, Τρόσινγκεν, και με εμφανίσεις από το Τόκιο μέχρι το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, πιστεύετε ότι η παλαιά μουσική αποτελεί ίσως τον πιο αυθεντικό, προ-εθνικό συνδετικό κρίκο αυτού που σήμερα πασχίζουμε να ορίσουμε ως «ενιαία ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα»;
Οι παλαιότερες μουσικές παραδόσεις της Δύσης -θα λέγαμε το ιστορικό ρεπερτόριο- σήμερα προβάλλεται μέσα από το πρίσμα της κληρονομιάς και του άυλου πολιτισμού. Σίγουρα αποτελεί έναν κοινό τόπο και μια ταυτότητα.
Σε μια εποχή απόλυτης ψηφιακής ταχύτητας και οπτικοακουστικού θορύβου, το κοινό συχνά επιστρέφει μαζικά στα μπαρόκ και αναγεννησιακά ακούσματα. Τι είναι αυτό που βρίσκει ο σημερινός, υπερδιεγερμένος ακροατής στις φόρμες αυτής της μουσικής;
Μαζικά δε γνωρίζω αν επιστρέφει σε αυτά τα μουσικά είδη. Σίγουρα το κοινό έχει ανάγκη από κάτι διαφορετικό από αυτό που το περιβάλει. Η τέχνη και η μουσική είναι μια απόδραση, πάντα ήταν.
Αυτό που βλέπω στο ελληνικό κοινό είναι αισιόδοξο καθώς, σε αντίθεση με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, υπάρχει νέος κόσμος που έρχεται σε συναυλίες. Το ίδιο βίωσα και στη Λατινική Αμερική. Έχει ενδεχομένως να κάνει με το ότι η ευρύτερα εννοούμενη «κλασική μουσική» δεν είναι τόσο μέσα στην παράδοση και οι ακροατές είναι πιο ανοιχτοί σε διαφορετικές προσλαμβάνουσες.
Πιο ειδικά για τη λεγόμενη παλαιά μουσική το ελληνικό κοινό βρίσκει τα μεγέθη, τις εντάσεις και τις χροιές των οργάνων πιο κοντινά σε παραδοσιακές μουσικές. Είναι πιο γήινη και, ενδεχομένως, πιο οικεία η μουσική αυτή και πιο οικεία απ’ ό,τι το πιο «μεγάλο» υστερο-ρομαντικό ρεπερτόριο.
Info: «Μπαρόκ: η χρυσόσκονη μιας κρίσης και η ηχώ μιας υπόσχεσης» στο Ωδείο Αθηνών στις 12 Ιουνίου. Εισιτήρια στο tickets.in.gr


