Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Τέτοιες συναντήσεις δεν προκύπτουν μόνο επειδή δύο άνθρωποι είναι καλοί μουσικοί. Χρειάζεται εμπιστοσύνη, χρόνος και ένας κοινός κώδικας που, όταν υπάρχει, γίνεται αντιληπτός ακόμη και από εκείνους που δεν μπορούν να εξηγήσουν μουσικολογικά τι ακριβώς συμβαίνει.
«Προνόμιο των ζωντανών»
Ίσως, τελικά, αυτό το προνόμιο να είναι η εύνοιά μας να βρισκόμαστε ακόμη απέναντι σε ένα έργο σαν του Σταύρου Ξαρχάκου ως αυτήκοα όντα, ως ακροατές μιας μουσικής που δεν έμεινε ποτέ καθηλωμένη στον χρόνο που τη γέννησε.
Πέρασε από φωνές, εποχές και γενιές χωρίς να χάσει τον πυρήνα της και σήμερα μοιάζει να έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της προσωπικής δημιουργίας. Έχει γίνει κομμάτι μιας κοινής, σχεδόν εθνικής μουσικής μνήμης, κάτι που αναπλάθεται κάθε φορά που ξαναπαίζεται και ταυτόχρονα παραμένει απολύτως αναγνωρίσιμη.
Ο ίδιος ο Ξαρχάκος δεν αντιμετωπίζει το έργο ως κεκτημένο ούτε το φυλάσσει σαν κάτι εύθραυστο που πρέπει να μείνει ανέγγιχτο. Το παραδίδει ξανά στους μουσικούς, στις καινούργιες φωνές, σε άλλους ήχους, σε όσους έρχονται μετά. Και το κάνει με μια σχεδόν πατρική φροντίδα, τόσο για την ίδια τη μουσική του όσο και για το κοινό που την κουβαλά πια μαζί του. Ο Σταύρος Ξαρχάκος εκείνη τη βραδιά, άνοιξε με θάρρος τη μουσική πόρτα σε όσους από εμάς μέχρι τώρα προσπαθούσαμε να κοιτάξουμε από την κλειδαρότρυπα και την άφησε ανοιχτή. Για τους μουσικούς που βρίσκονται ήδη δίπλα του, αλλά και για εκείνους που ακολουθούν και θα ακολουθήσουν, «νυν και αεί» να τον αγαπούν.

