Διάσημη τηλεοπτική chef αναγκάζεται να επιστρέψει στο χωριό της εξαιτίας προβλήματος υγείας του πατέρα της. Η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της αλλά και η επανασύνδεση με εφηβικό της flirt, κάνουν τον γυρισμό στα πάτρια εδάφη σημαντικά πιο περίπλοκο απ’ όσο φανταζόταν. Ας τραγουδήσουμε, λοιπόν!
Η βασική ιδέα του «Θα Φύγω μια Μέρα» πρέπει να αναζητηθεί (θαρρώ) στο «Η Ζωή Είναι ένα Τραγούδι» (1997), στην πολυβραβευμένη και άκρως πετυχημένη (στο γαλλικό box-office) ταινία του Αλέν Ρενέ, οι ήρωες της οποίας εξωτερίκευαν τις σκέψεις τους μέσω γνωστών τραγουδιών του ντόπιου πενταγράμμου (ακούγονταν σε σύντομα αποσπάσματα από τους αυθεντικούς ερμηνευτές τους, με τους ηθοποιούς να κάνουν απλά lip sync). Το εύρημα ήταν έξυπνο, πνευματώδες και συχνά αστείο, δίνοντας μια χιουμοριστική όσο και σουρεάλ διάσταση στο φιλμ. Στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο, η Αμελί Μπονέν χρησιμοποιεί το ίδιο «trick», με τη διαφορά πως σε τούτη την περίπτωση είναι οι ηθοποιοί της που ερμηνεύουν τα διάφορα τραγούδια (οι ενορχηστρώσεις των οποίων είναι διαφορετικές από τις πρωτότυπες). Το αποτέλεσμα που προκύπτει κρίνεται άψυχο και άστοχο, φλερτάροντας συχνά με την… (κατά λάθος) παρωδία.
Από την πρώτη στιγμή που (εκ νέου) πατά το πόδι της στη γενέτειρά της, η Σεσίλ αντιλαμβάνεται πως σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει στον τόπο που μεγάλωσε. Οι γονείς της παλεύουν να κρατήσουν ανοιχτό το φτηνό εστιατόριό τους (που ως αποκλειστική του πελατεία έχει τους οδηγούς φορτηγών οι οποίοι διέρχονται της Εθνικής Οδού…), ο πατέρας της συνεχίζει ν’ ασχολείται καθημερινά με την κουζίνα του μαγαζιού του παρά τα τρία εμφράγματα που έχει πάθει (μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μάλιστα), οι παλιοί της συμμαθητές παραμένουν το ίδιο ανώριμοι και χαβαλέδες (λες και πηγαίνουν ακόμα στο σχολείο…), όμως, πάνω απ’ όλα η ερωτική φλόγα του Ραφαέλ για εκείνη δεν έχει σβήσει (παρά το γεγονός πως έχουν να ιδωθούν πολλά χρόνια…). Αντιθέτως, η ίδια έχει αλλάξει πολύ. Αναγνωρίσιμη (πλέον) chef, χάρη σε συμμετοχή της σε τηλεοπτικό reality, ετοιμάζεται ν’ ανοίξει με τον σύντροφό της το δικό της restaurant, μέχρι που οι οικογενειακές υποχρεώσεις ανατρέπουν (προς στιγμή;) τα σχέδιά της.
Επιχειρώντας να συνδυάσει το υπαρξιακό δράμα με την κωμωδία καταστάσεων, καθώς και τη μαγειρική με το… karaoke, το εγχείρημα καταλήγει γρήγορα ν’ ακούγεται αφενός σαν ξεκούρδιστο πιάνο, αφετέρου να τρώγεται με δυσκολία. Ανακυκλώνοντας όλα τα κλισέ της επιστροφής στις ταπεινές ρίζες (με πιο τρανταχτό παράδειγμα τη «σύγκρουση» ανάμεσα στην υψηλή γαστρονομία και την καθημερινή κουζίνα), η ταινία πασχίζει να βρει την ταυτότητά της, σερβίροντας γλυκανάλατη νοσταλγία με γαρνιτούρα σφάλματα του παρελθόντος και μετάνοιες. Σαν κερασάκι στην τούρτα αυτών στέκουν, ασφαλώς, τα (πολλά) διάσπαρτα τραγούδια (που ερμηνεύουν όλοι οι ηθοποιοί του καστ) και τα οποία όχι μόνο διαλύουν τον όποιο ρυθμό προσπαθεί να πιάσει το στόρι, αλλά έτσι ξεκούδουνα όπως σκάνε μύτη δημιουργούν απορίες τύπου… «ποιος ήρθε;» (ειδικά το πρώτο τραγουδιστικό συναπάντημα μεταξύ Σεσίλ και Ραφαέλ με άφησε με το στόμα ανοιχτό).
Από την άλλη, οι προβληματισμοί και οι διαπιστώσεις για τον χρόνο ή τις ευκαιρίες που περνούν και χάνονται ίσα που αγγίζουν την ουσία της απώλειας και του επαναπροσδιορισμού, όταν δεν γίνονται (τουλάχιστον) χαρακτηριστικά άβολες. Διότι πως αλλιώς μπορεί να περιγραφεί η σκηνή όπου ο πεισματάρης και άρρωστος πατέρας της Σεσίλ πιάνει να τραγουδήσει το «Mourir sur Scène» της Νταλιντά, καθαρίζοντας… πατάτες στην κουζίνα του εστιατορίου του; Η μαγειρική είναι τέχνη, αλλά όταν ο σαρκασμός σερβίρεται άνοστος, εύκολα καταντά γελοίος.

