Έπειτα από δεκατρία χρόνια εγκλεισμού, ο Τέιλορ ετοιμάζεται να βγει έξω με αναστολή. Ωστόσο, η άφιξη στο κελί του νέου και ιδιαίτερα βίαιου συγκρατούμενού του, ονόματι Ντι, σταδιακά θέτει την πρόωρη αποφυλάκισή του σε κίνδυνο.
Το ντεμπούτο του Βρετανού σκηνοθέτη Καλ ΜακΜάου είναι ένα μικρό, βίαιο δράμα φυλακής γυρισμένο εξ ολοκλήρου εντός ενός σωφρονιστικού ιδρύματος και δη στα κελιά του. Δίχως ν’ αποτελεί κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, στέκει ως ένα αξιοπρόσεκτο, σύγχρονο δείγμα του είδους, αναδύοντας «ντοκιμαντερίστικο» αέρα.
Ο Τέιλορ είναι ένας ήσυχος κρατούμενος που περνά τον καιρό του κουρεύοντας τους συγκρατούμενούς του και μετρώντας τις μέρες μέχρι να κάνει χρήση της αναστολής που του έχει δοθεί. Το μόνο που οφείλει να κάνει για να βγει (επιτέλους) έξω από τη φυλακή μετά από τόσο χρόνια, είναι να μείνει μακριά από μπλεξίματα. Η (εύκολη) γι’ αυτόν συνθήκη δείχνει να διαφοροποιείται άπαξ της άφιξης του Ντι. Τραχύς τύπος και μπασμένος σε κόλπα τα οποία δεν απασχολούσαν τον Τέιλορ εδώ και καιρό, φαίνεται εξαρχής πως θα αποτελέσει κακό μπελά στην προσπάθειά του να περάσει… απαρατήρητος τις ύστατες αυτές μέρες, όσο κι αν αρχικά δείχνει να γοητεύεται από την εκρηκτική του προσωπικότητα. Η χαρά της (τηλεφωνικής) επανασύνδεσης με τον αποξενωμένο γιο του λειτουργεί ως το απαραίτητο «τυράκι» ώστε σταδιακά ο Τέιλορ να μπει σε καθεστώς «οφειλής» προς τον Ντι. Η άγρια κόντρα που ανοίγει με το μεγάλο αφεντικό της φυλακής, ο οποίος νιώθει ότι η παρουσία του Ντι απειλεί τα κεκτημένα του, φέρνει τον Τέιλορ σε θέση να πρέπει να διαλέξει στρατόπεδο. Και τέτοιες ώρες αυτό είναι το μόνο που δεν ήθελε.
Η ιστορία είναι απλούστατη και χιλιοειπωμένη, εν τούτοις, καταφέρνει να κρατά το ενδιαφέρον χάρη στην ευμετάβλητη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε Τέιλορ και Ντι, από το πρώτο σχεδόν βλέμμα που ρίχνει ο ένας στον άλλον. Ο άβολος δεσμός τους διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του στόρι, αποπνέοντας προσμονή και κίνδυνο, στέλνοντας σταδιακά τους δυο τους σ’ ένα ιδιότυπο bras de fer, όπου στη μία πλευρά του τραπεζιού βρίσκεται ένας απελπισμένος που νιώθει ότι οι ελπίδες του γκρεμίζονται και στην άλλη μια κινητή βόμβα έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Η «γκρίζα» φωτογραφία και τα κλειστοφοβικά γυρίσματα δημιουργούν συνθήκες αδυναμίας διαφυγής, «εγκλωβίζοντας» τον θεατή μαζί με τους φυλακισμένους μέσα στο ίδιο το κελί τους.
Σε ό,τι αφορά εκείνα που εκτείνονται πέραν των δύο βασικών ηρώων του φιλμ, το δίδυμο των (επίσης) πρωτοεμφανιζόμενων γραφιάδων δεν παίρνει τον ίδιο καλό βαθμό. Οι υπόλοιποι συγκρατούμενοι αργούν ν’ αποκτήσουν τη δική τους (ουσιαστική) υπόσταση, ενώ οι δεσμοφύλακες παρουσιάζονται σαν παραιτημένοι από τη δουλειά τους, αφήνοντας του φυλακόβιους να κάνουν (περίπου) ό,τι γουστάρουν. Η κλιμάκωση έρχεται με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για σοβαρές εκπλήξεις, όμως, διαθέτει νεύρο και ένταση, «καθαρίζοντας» για τις μικρές σεναριακές ευκολίες που κατεβάζουν τον πήχη στο φιλμ.

